"Εφυγε" ο Τάκης Λουκανίδης

Φτωχότερο είναι από σήμερα το ελληνικό ποδόσφαιρο, καθώς ένας από τους μεγαλύτερους πρεσβευτές του "έφυγε" από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών. Ο Τάκης Λουκανίδης, ο θρύλος της Δόξας Δράμας και του Παναθηναϊκού και ένας από τους κορυφαίους και πιο πολυσύνθετους παίκτες (αν και ξεκίνησε ως ...τερματοφύλακας, στην ουσία ποτέ δεν αγωνίστηκε κάτω από τα γκολπόστ και τον ακολούθησε η φήμη ότι μπορούσε να αγωνιστεί με την ίδια επιτυχία από αμυντικό έως σέντερ φορ) όλων των εποχών στην χώρα μας, υπέστη έμφραγμα και απεβίωσε.  Ο βετεράνος άσος εξέπνευσε στις 06:40 το πρωί της Πέμπτης (11/1) και η κηδεία του θα γίνει την Παρασκευή (12/1) στις 15:30 στο κοιμητήριο της Κηφισιάς.

Ζωή σαν κινηματογραφική ταινία 
Οι γονείς του ονομάζονταν Γιώργος και Χριστίνα και είχε άλλα τέσσερα αδέλφια: τον Θανάση που επίσης υπήρξε σπουδαίος ποδοσφαιριστής της Δόξας και του Ολυμπιακού, τον Χαράλαμπο, την Κωνσταντία και την Σοφία. Σε ηλικία πέντε ετών έχασε τον πατέρα του, τον οποίο κρέμασαν οι βουλγαρικές δυνάμεις κατοχής το 1942. Από τότε η μητέρα τους έγινε και πατέρας για τα πέντε παιδιά της. Τους συμπαραστεκόταν ακόμα και στο γήπεδο, στις κερκίδες της θρυλικής Δόξας. Από το 1947 είχαν μετακομίσει στη Δράμα σε ένα σπιτάκι δύο δωματίων και η μάνα του έκανε δυο δουλειές για να ζήσουν. Ωστόσο, τον μικρό Τάκη αναγκάστηκε να τον βάλει στο ορφανοτροφείο, από όπου βγήκε πτυχιούχος της Μέσης Γεωπονικής Σχολής της Κομοτηνής.

Ο Τάκης έπαιζε μπάλα στο ορφανοτροφείο της Δράμας και στη Γεωπονική μπήκε στην ομάδα της Σχολής ως τερματοφύλακας αρχικά και έπειτα ως μέσος, αμυντικός, επιθετικός και σε όποια θέση είχε ανάγκη η ομάδα, μπορούσε να αγωνιστεί. Υπέγραψε το πρώτο του δελτίο το 1953 στην ΑΕΚ Κομοτηνής. Τον πρότεινε ένας καθηγητής του, που ήταν στο συμβούλιο της ομάδας. Όμως, επειδή δεν σκόπευε να μείνει μόνιμα στην Κομοτηνή, έκανε συμφωνία μόλις τελειώσει τη σχολή να του επιτρέψουν να πάρει μεταγραφή στη Δόξα Δράμας. Δεν τήρησαν το λόγο τους και η μεταγραφή έγινε με επεισοδιακό τρόπο, χάρη στην επιμονή και στην ευστροφία της μητέρας του.

Το 1955 υπογράφει στη Δόξα Δράμας, αλλά ένα σπάσιμο στο χέρι τον αφήνει πίσω στις προπονήσεις την πρώτη χρονιά. Τελικά με μεγάλη προσπάθεια καταφέρνει να παίξει στην πρώτη ομάδα, αν και ήταν μόλις 19 χρονών. Και τι ομάδα: Αντώνης Γεωργιάδης, Παρ. Γρηγοριάδης, Παύλος Γρηγοριάδης, Κοτρίδης, Ιωάννου, Πιστικός κι ο αδελφός του Θανάσης. Παράλληλα, πιάνει δουλειά στην Ηλεκτρική Εταιρεία της πόλης και εξασφαλίζεται επαγγελματικά.

Στα πέντε χρόνια του στη Δόξα γνωρίζει στιγμές δόξας, που παρόμοιες δεν είχε ζήσει ως τότε επαρχιακό σωματείο. Οι μαυραετοί του Βορρά φτάνουν τρεις φορές στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος. Στον τελικό του 1958 στο Στάδιο Καραϊσκάκη κατά του ουσιαστικά γηπεδούχου Ολυμπιακού αγωνίζεται και ο Τάκης. Χάνουν με 1-5, αλλά τον επόμενο χρόνο είναι και πάλι παρόντες στον τελικό. Αντίπαλος ξανά ο Ολυμπιακός. Χάνουν με 1-2 και η Δόξα αποκτά τον τίτλο της «βασίλισσας χωρίς στέμμα».

Το 1958 καλείται στην Εθνική ομάδα, ο μόνος παίκτης εκτός ΠΟΚ, για τον αγώνα με την μεγάλη Γαλλία των Φονταίν, Κοπά, για το Κύπελλο Εθνών. Ντεμπούτο του Λουκανίδη αλλά συντριβή με 1-7, μια από τις μεγαλύτερες της εθνικής ομάδας. Επίσης, αγωνίζεται στην Εθνική Ενόπλων κατά τη διάρκεια της θητείας του. Ο Λουκανίδης προσελκύει πλέον την προσοχή των ομάδων του κέντρου. Πρώτη ενδιαφέρθηκε η ΑΕΚ το 1959 αλλά 2.000 κόσμος συγκεντρώθηκε έξω από τα γραφεία της ομάδας αποτρέποντας τη μεταγραφή. Επίσης, ενδιαφέρθηκε η ιταλική Γιουβέντους, παράγοντες της οποίας τον είχαν δει να αγωνίζεται με την Εθνική Ενόπλων.

Ενδιαφέρεται και ο Παναθηναϊκός, με τον οποίο ο παίκτης τα βρίσκει. Η Δόξα αντιδρά κι έτσι ο Λουκανίδης φεύγει για ένα χρόνο στην Κύπρο, στον Α.Π.Ο.Ε.Λ., από όπου σύμφωνα με κάποιο κανονισμό της εποχής, μπορούσε στη συνέχεια να μεταγραφεί σε οποιαδήποτε ομάδα επιθυμούσε. Τελικά, το 1961 υπογράφει στον Παναθηναϊκό, αφού στο μεταξύ τον είχαν πλησιάσει και παράγοντες του Ολυμπιακού.

Στον Παναθηναϊκό αγωνίστηκε ως το 1969, κατακτώντας τέσσερα πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ελλάδος. Στο μεσοδιάστημα γνώρισε τη σύζυγό του, την Άννη, αλλά επειδή δεν τον ήθελαν οι δικοί της αναγκάστηκαν να φύγουν στη Νότια Αφρική το 1965. Έπαιξε κι εκεί σε μια ομάδα για λίγους μήνες. Λίγο αργότερα, κατάφερε να πάρει μεταγραφή στον Άρη, στον οποίο αγωνίστηκε μία σεζόν και έφτασε ως την κατάκτηση του Κυπέλλου.

Ήταν το τέλος μιας λαμπρής καριέρας. Στη συνέχεια ασχολήθηκε επαγγελματικά με το πρακτορείο ΠΡΟΠΟ που είχε ανοίξει. Η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής του ήταν όταν έχασε τον γιο του, Γιώργο, στις 10 Αυγούστου 1998 σε τροχαίο δυστύχημα. Εκείνη την περίοδο ήταν γυμναστής στην πρωινή εκπομπή του ΑΝΤ1, ''Πρωινός καφές''. 

Διακρίσεις 
Είχε 50 συμμετοχές (13 γκολ) με τη Δόξα Δράμας. Σε 142 αγώνες στην Α΄Εθνική με τον Παναθηναϊκό σκόραρε 59 φορές και άλλες 12 στο Κύπελλο. Συμμετείχε σε 11 παιχνίδια στην Ευρώπη επιτυγχάνοντας τρία γκολ. Με τον Παναθηναϊκό κέρδισε τέσσερα πρωταθλήματα (1962, 1964, 1965, 1969) και ένα Κύπελλο (1967). Έκλεισε την καριέρα του στον Άρη Θεσσαλονίκης, με τον οποίο έπαιξε σε 45 αγώνες (8 γκολ) και κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος το 1970. Παράλληλα, συμμετείχε σε 23 αγώνες με το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, πετυχαίνοντας τρία γκολ. . 

Βασιλειάδης: Από τις μεγαλύτερες μορφές

«Μία από τις μεγαλύτερες μορφές του ελληνικού ποδοσφαίρου δεν είναι πια κοντά μας. Ο Τάκης Λουκανίδης υπήρξε ένας από τους πληρέστερους και σπουδαιότερους ποδοσφαιριστές και εκπρόσωπος μιας άλλης εποχής, αυτής του ρομαντισμού. Η απώλειά του σκόρπισε θλίψη όχι μόνο στο ελληνικό ποδόσφαιρο αλλά σε ολόκληρο τον ελληνικό αθλητισμό. Τα θερμά μου συλλυπητήρια στους οικείους του», αναφέρει σε δήλωσή του ο υφυπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Γιώργος Βασιλειάδης.

Από την πλευρά της, η αναπληρώτρια Τομεάρχης Πολιτισμού και Αθλητισμού της Νέας Δημοκρατίας, Άννα Καραμανλή, σε δήλωσή της υπογραμμίζει: 
 
«Το ελληνικό ποδόσφαιρο θρηνεί την απώλεια του σπουδαίου  Τάκη Λουκανίδη. Ο Τάκης Λουκανίδης υπήρξε  κορυφαία φυσιογνωμία και ένας από τους πληρέστερους  Έλληνες ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.  Το όνομά του συνδέθηκε κυρίως με την ομάδα του Παναθηναϊκού την οποία υπηρέτησε με επιτυχία για πολλά χρόνια, αλλά και με την Εθνική μας ομάδα. Με το σπάνιο ταλέντο του και την ακεραιότητα του χαρακτήρα του κέρδισε το σεβασμό και την εκτίμηση όλων των Ελλήνων φιλάθλων».