Γερμανία - Βερολίνο: Τριάντα χρόνια από την πτώση του Τείχους (video)

Σαν σήμερα, 9 Νοεμβρίου 1989 γκρεμίστηκε το Τείχος του Βερολίνου. Το σύμβολο του Ψυχρού Πολέμου, το οποίο χώρισε οικογένειες, συγγενείς και φίλους και ουσιαστικά απέδειξε ότι τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα, σε όλο τον πλανήτη, έχουν ημερομηνία λήξης.

Του Αλέξανδρου Αρβανιτά

Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945, η Γερμανία χωρίστηκε σε 4 ζώνες: την αμερικανική, την αγγλική, τη γαλλική και τη σοβιετική. Με αντίστοιχο τρόπο χωρίστηκε και το Βερολίνο. Το μεγαλύτερο κομμάτι του βρισκόταν στην επιρροή της ΕΣΣΔ. Τον Μάρτιο του '48 οι τρεις δυτικές δυνάμεις ένωσαν τους τομείς που είχαν υπό τον έλεγχό τους και με πρωτεύουσα το Βερολίνο δημιουργούν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, γνωστότερη ως Δυτική Γερμανία. Η απάντηση ήρθε 30 Νοέμβρη του ίδιου έτους, όταν εγκαταστάθηκε ξεχωριστή δημοτική αρχή στο υπόλοιπο τμήμα της πόλης και το 1949 τα γερμανικά εδάφη σοβιετικής επιρροής απέκτησαν κρατική οντότητα. Έτσι ιδρύθηκε η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, γνωστότερη ως Ανατολική Γερμανία.

Η ΛΔΓ υπήρξε το πιο εκβιομηχανισμένο και τεχνολογικά προηγμένο κράτος της Ανατολικής Ευρώπης. Το επίπεδο ζωής ήταν πολύ υψηλό. Υπήρχε πλήρης απασχόληση και όλοι απολάμβαναν στέγη, δωρεάν υγεία και εκπαίδευση υψηλού επιπέδου. Δεν έφτανε το επίπεδο ζωής της Δυτικής Γερμανίας, παρέμενε, όμως, πολύ υψηλό. Ωστόσο, η εξουσία ενός ολοκληρωτικού και μονοκομματικού κράτους, με πανταχού παρούσα τη μυστική Αστυνομία, τη διαβόητη Στάζι, η διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων, τα προνόμια της γραφειοκρατικής ελίτ υπήρξαν οι κύριες πηγές της λαϊκής δυσαρέσκειας. Πριν από την ανέγερση του Τείχους, το 1961, περίπου 2,5 εκατομμύρια πολίτες είχαν μεταναστεύσει στη Δυτική Γερμανία.

Έτσι, το «Τείχος του Αίσχους», όπως το αποκαλούσαν οι δυτικοί, ήταν ο μόνος τρόπος το καθεστώς να εξαναγκάσει τους πολίτες του να μείνουν στη χώρα. Το Τείχος είχε ύψος δύο μέτρα, ενισχυμένο με συρματόπλεγμα στην κορυφή του. Σκοπιές υπήρχαν σε όλο το μήκος, το οποίο έφτανε τα 45 χιλιόμετρα. Στις 26 Ιουνίου 1963 ο Αμερικανός πρόεδρος,  Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι, επισκέφθηκε το διαιρεμένο Βερολίνο, λέγοντας την περίφημη πια φράση, «Είμαι κι εγώ Βερολινέζος». Αυτή ήταν η προσπάθεια της καπιταλιστικής Δύσης να δείξει την υπεροχή των δικών της κρατών σε σχέση με τα καθεστώτα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού». Επί της ουσίας, η όλη προπαγάνδα στόχευε να δειχθεί στις δυτικές, κυρίως, μάζες η αντιδημοκρατική φύση  αυτών των κρατών. Πράγμα που δεν ήθελε ιδιαίτερη προσπάθεια, καθώς στα 28 χρόνια ύπαρξης του Τείχους, υπολογίστηκε ότι περίπου 136 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, προσπαθώντας να διαφύγουν στη Δύση.

720_3300c209770cf9376f86bb57081310cb.jpg

Τι πραγματικά κατέρρευσε; 

Πέρασαν ήδη 30 χρόνια από την πτώση του Τείχους. Εννοείται ότι η καπιταλιστική Δύση, σε όλους τους τόνους, προπαγάνδισε την υπεροχή της δυτικής δημοκρατίας. Έφτασε, δε, στο σημείο να μιλάει για την υπεροχή του καπιταλισμού έναντι του κομμουνισμού, του σοσιαλισμού και του μαρξισμού. Θα εξηγήσουμε πιο κάτω τι ήταν αυτό που κατέρρευσε. Ωστόσο, κάποια πράγματα μιλάνε από μόνα τους. Στη σχεδιασμένη οικονομία, έστω στην παραμορφωμένη μορφή της, η ανεργία στη ΛΔΓ ήταν άγνωστη λέξη. Κατά την τριετία 1989-1992, οι θέσεις εργασίας μειώθηκαν κατά 3,3 εκατομμύρια. Ειδικά η ανεργία στη νεολαία κτύπησε κόκκινο. Η Ανατολή αδειάζει. Όχι για τη Στάζι αλλά για την ανεργία. Στα 30 χρόνια πτώσης, μια έρευνα στην πρώην Ανατολική Γερμανία έδειξε ότι πάνω από το 50% του πληθυσμού θεωρεί ότι η οικονομία της αγοράς είναι ανύπαρκτη και διαλυμένη.

Επιπλέον, οι ιδέες του σοσιαλισμού γίνονται όλο και πιο ελκυστικές σε μεγάλο ποσοστό των νέων ανθρώπων και όχι μόνο. Γιατί, πλέον, άγνωστα μέχρι τότε φαινόμενα έχουν κάνει την εμφάνισή τους στην ανατολική πλευρά: αυτοκτονίες, εγκληματικότητα, χρήση ναρκωτικών, αλκοολισμός. Και, κυρίως, ο καπιταλιστικός παράδεισος δεν είναι και τόσο παράδεισος και πολλές από τις υποσχέσεις έμειναν φρούδες ελπίδες. Παρ' όλ' αυτά, πρέπει να πούμε ότι δεν κατέρρευσε με το Τείχος ο σοσιαλισμός. Εκείνο που μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ήταν ο σταλινισμός. Ένα ιδιόμορφο καθεστώς, το οποίο, όπως εξήγησε από το 1936 ο Λέον Τρότσκι, ή θα ανατραπεί από τους εργαζόμενους και θα εγκαθιδρυθεί η υγιής δημοκρατία των εργατικών συμβουλίων ή θα υπάρξει η καπιταλιστική παλινόρθωση. Στην πραγματικότητα, η Ανατολική Γερμανία, όπως και τα υπόλοιπα όμοια κράτη, δεν είχαν καμία σχέση με το σοσιαλισμό. Ήταν παραμορφωμένα, εκφυλισμένα εργατικά κράτη. Γιατί σοσιαλισμός σημαίνει μια δίκαιη, ελεύθερη, ανοικτή κοινωνία. Μια κοινωνία χωρίς διακρίσεις και προνόμια.

Μια κοινωνία δημοκρατική, που οι αποφάσεις θα παίρνονται μέσα από την ελεύθερη βούληση των πολλών και όχι από μια κάστα προνομιούχων γραφειοκρατών. Σήμερα, ζώντας τη νέα τάξη πραγμάτων, τους πολέμους, τις κοινωνικές ανισότητες και αδικίες που προσφέρει ο καπιταλιστικός κόσμος, οι διδαχές του Μαρξ και του Λένιν παραμένουν επίκαιρες. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα οφείλουμε να μελετήσουμε την πτώση του Τείχους, 30 χρόνια σαν σήμερα. Και, βεβαίως, να κατανοήσουμε ότι κανένα καθεστώς δεν μπορεί να επιβιώσει για πολύ, όταν λειτουργεί προς όφελος των ολίγων. Όταν επιβάλλει τη θέληση μιας μειοψηφικής κάστας στην πλειονότητα της κοινωνίας. Είτε έτσι είτε αλλιώς, τα αντιδημοκρατικά καθεστώτα καταλήγουν εκεί που τους πρέπει: στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας.