Αυστρία - Βιέννη: Η «Αριάδνη στη Νάξο» από την Κρατική Όπερα

Ομολογούμε την αμαρτία μας! Δεν έχουμε επισκεφθεί ένα από τα διασημότερα, στον κόσμο της όπερας, ελληνικά νησιά, και μάλιστα τη μεγίστη των Κυκλάδων. Ήδη από τις απαρχές του λυρικού θεάτρου (Μοντεβέρντι, 1608), που για αιώνες άντλησε συστηματικά για τα λιμπρέτα θέματα από την ελληνική μυθολογία, η Νάξος είχε την τιμητική της, λόγω της εγκατάλειψης της Αριάδνης από τον Θησέα επί του αφιλόξενου -για τις ανάγκες της ποιητικής σύμβασης- εδάφους της (αν και ο Χαίντελ επιλέγει την Κρήτη, 1734).

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου (εφημερίδα Αυγή

Για την εγγύτερη σε εμάς εποχή η «Ariadne auf Naxos» του ελληνιστή  Richard Strauss εκθρόνισε από το λυρικό προσκήνιο τις Γαλλίδες (Cambert / Grabu, 1674) και Ιταλίδες (Porpora, 1733) προκατόχους της, θέση που δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τη συνομήλική μας «Ariane» του Bohuslav Martinů. Η τελευταία είναι μονόπρακτη, όπως και η αρχική εκδοχή της όπερας του Στράους (Θέατρο της Βασιλικής Αυλής της Στουτγάρδης, 1912), που προοριζόταν, ως θέατρο μέσα στο θέατρο, για τη δεξίωση του «Αρχοντοχωριάτη».

Η μείξη Μολιέρου και Στράους άφησε το κοινό σε αμηχανία και έτσι η «Όπερα», όπου ο Συνθέτης (του έργου της πλοκής, αλλά και εκείνου της πραγματικότητας) επιτυγχάνει με μαεστρία τον συνδυασμό της «σοβαρής» μορφής με την κωμική, απέκτησε μακροσκελή πρόλογο, ενημερωτικό για τους οδυνηρούς συμβιβασμούς της Τέχνης με τους συχνά αδαείς και κυνικούς μαικήνες. Αυτή τη δεύτερη, οριστική, εκδοχή (Όπερα της Αυτοκρατορικής Αυλής της Βιέννης, 4 Οκτ.1916) είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε, 103 συναπτά χρόνια μετά την πρεμιέρα της, στο ίδιο αυτό θέατρο (11/10/2019), που τον Ιούνιο του 1944, ως Κρατική Όπερα της Βιέννης, είχε εορτάσει εν μέσω βομβαρδισμών τα 80 χρόνια του παρόντος στην αίθουσα συνθέτη, με την ίδια αυτή αρχαιοελληνικής έμπνευσης δημιουργία. Σε αυτήν την προτελευταία παράσταση της φημισμένης παραγωγής του 2012 από τον σκηνοθέτη Sven - Eric Bechtolf, το μινιμαλιστικό σκηνικό (Rolf Glittenberg) επιτρέπει θέα προς τον κήπο του ανακτόρου, απ’ όπου εισβάλλουν στα κλεφτά η «κολομπίνα» Τσερμπινέττα και η παρέα της, ενώ για το ίδιο το θέαμα τής «Oper», οι μυθολογικοί ήρωες και οι ιλαροί επιδρομείς ερμηνεύουν εμπρός σε τεχνητό βράχο δύο σπασμένων πιάνων και με τους εντός έργου προσκεκλημένους του άρχοντα να παρακολουθούν την παράσταση ατενίζοντας αμφιθεατρικά το κοινό.

Η ομοιογενής διανομή των ερμηνευτών στηρίχθηκε με ευαισθησία και γνώση από τον αρχιμουσικό Michael Boder, επικεφαλής της Ορχήστρας του Θεάτρου, που δεν είναι άλλη από τη Φιλαρμονική της Βιέννης, την ίδια που διηύθυνε και απόλαυσε ο ίδιος ο Στράους σε πολλά έργα του. Η επιδέξια πλησμονή του αργυρού ήχου των μόλις 37 οργάνων κάλυψε σποραδικά τον νεανικά πιστευτό συνθέτη της μεσοφώνου Kate Lindsay, αλλά έλαμψε εκστατικά και χωρίς περιορισμούς στο μακροσκελές τελικό ντουέτο, αξιοποιώντας το προνόμιο μιας Αριάδνης με τον όγκο και τη μεστή τονική πληρότητα της Καναδής υψιφώνου Adrianne Pieczonka και ενός Βάκχου όπως ο Αμερικανός Stephen Gould, που ανταποκρίθηκε στη μισερή για τον τενόρο τεσσιτούρα του ρόλου του όχι μόνο με ατρόμητες ελικοειδείς εκτινάξεις στη φωνητική στρατόσφαιρα, αλλά και με σπάνια για τον ρόλο τονική ασφάλεια και μουσικότητα. Με χαμόγελο και αέρα σουμπρέτας αντιμετώπισε τις απάνθρωπες απαιτήσεις γραφής της ιταλόπρεπης άριάς της η κολορατούρα Daniella Fally, σε καλοκουρδισμένη σύμπραξη με τέσσερις αξιομνημόνευτους σκηνικούς συντρόφους από την commedia dell’ arte, τον ελπιδοφόρο νικητή του διαγωνισμού «Reine Elisabeth» βαρύτονο Samuel Hasselhorn και τους C. OsunaP. Kellner και L. Navarro). Ειδική μνεία αρμόζει στον καλοτραγουδισμένο μουσικοδιδάσκαλο του βαρυτόνου Jochen Schmeckenbecher, ενώ η προτίμησή μας σε ηθοποιό πρόζας για τον Αρχιθαλαμηπόλο, όπως ήταν ο πρώτος διδάξας της παραγωγής Peter Matić (1937-2019), αντί του τραγουδιστή Hans Peter Kammerer, δεν μεταβάλλει την επίγευση ευδαιμονίας της συνολικής παράστασης...