Ελλάδα: Παίξαμε 20 δισ. ευρώ, χάσαμε τα δύο σε τυχερά παίγνια το 2018 (!!!)

Πάνω από 7,5 δισ. ευρώ έχασαν σε τυχερά παίγνια οι Ελληνες μέσα στην τετραετία 2015 - 2018. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε κάτι λιγότερο από δύο δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο και συνίσταται από τα ακαθάριστα έσοδα (Gross Gaming Revenues) των παρόχων υπηρεσιών τυχερών παιγνίων που προκύπτουν μετά την απόδοση των κερδών σε όσους παίκτες κερδίζουν.

Στην πράξη το ποσό αυτό προκύπτει από το σύνολο των πονταρισμάτων στα διάφορα παίγνια, αφαιρουμένων των κερδών που έχουν οι παίκτες. Tα πονταρίσματα είναι συνήθως πολλαπλάσια των ακαθαρίστων εσόδων και εκτιμάται ότι μόνον για το 2018 πλησίασαν τα 20 δισ. ευρώ. Μόνον ο ΟΠΑΠ εκτιμάται ότι δέχθηκε πονταρίσματα της τάξεως 8 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 7,1 δισ. ευρώ ήταν πονταρίσματα που έγιναν στη νόμιμη διαδικτυακή αγορά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει η «Καθημερινή», πέρυσι η (νόμιμη) αγορά αναπτύχθηκε ιδιαίτερα και ξεπέρασε σε ακαθάριστα έσοδα για πρώτη φορά τα 2 δισ. ευρώ μέσα ένα έτος. Προς την κατεύθυνση αυτή συνέβαλαν η ανάπτυξη των διαδικτυακών τυχερών παιγνίων (+39% σε σχέση με το 2017) και ο ΟΠΑΠ (+11%). Αντίθετα υποχώρησε για άλλη μία φορά, έστω και οριακά, η αγορά των καζίνο (-2,5%).

Η θετική πορεία του ΟΠΑΠ αποδίδεται αποκλειστικά στην πορεία του νέου παιγνίου των VLTs. Οι συγκεκριμένες μηχανές πρόσθεσαν πέρυσι πάνω από 200 εκατ. ευρώ στα ακαθάριστα έσοδά του, ξεπερνώντας για πρώτη φορά το 1,5 δισ. ευρώ. Ο ΟΠΑΠ δεν ανακοινώνει τον τζίρο του παιγνίου, ο οποίος εκτιμάται 15-20 φορές μεγαλύτερος από τα ακαθάριστα έσοδά του. Με άλλα λόγια, τα VLTs μπορεί να προξένησαν έναν ιλιγγιώδη τζίρο της τάξεως των 3-4 δισ. ευρώ, καθώς το παιχνίδι περιλαμβάνει μια υψηλή ανακύκλωση κερδών. Μπορεί για παράδειγμα ένας παίκτης να προξενεί στο παίγνιο τζίρο της τάξεως των 1.500 έως 2.000 ευρώ έχοντας ποντάρει μόνον 100 ευρώ.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα ορατό στα τυχερά παίγνια μέσω Διαδικτύου. Εκεί όπου ο ανταγωνισμός είναι έντονος, οι πάροχοι αυξάνουν τις αποδόσεις στους παίκτες προκειμένου να τους προσελκύσουν. Πέρυσι, σύμφωνα με τα στοιχεία της «Κ», οι προσωρινά αδειοδοτημένοι πάροχοι δήλωσαν τζίρο (πονταρίσματα) 7,07 δισ. ευρώ και ακαθάριστα έσοδα ύψους 391 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε ευρώ που έμεινε ως ακαθάριστο έσοδο στον πάροχο, παίχθηκε τουλάχιστον 18 φορές.

Η αύξηση των ακαθάριστων εσόδων των παρόχων δεν σημαίνει και ταυτόχρονα αύξηση του τζόγου στη χώρα μας. Πιθανόν το τελευταίο να συμβαίνει, αλλά εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος της ανάπτυξης της συγκεκριμένης αγοράς προέρχεται από τον παράνομο τζόγο, ο οποίος, για δικούς του λόγους, αρχίζει σταδιακά να νομιμοποιείται.

Για παράδειγμα, οι παίκτες που έπαιζαν σε παράνομα «φρουτάκια» σε υπόγειες και καμουφλαρισμένες αίθουσες, με όποιους κινδύνους ενείχε μια τέτοια συμμετοχή, τώρα παίζουν σχεδόν τα ίδια «φρουτάκια» στα Play Opap και στα πρακτορεία του Οργανισμού, ευρισκόμενοι σε ένα πολύ πιο άνετο περιβάλλον και δεν έχουν κανένα φόβο μην τυχόν συλληφθούν ή κατασχεθούν τα χρήματά τους. Επιπλέον, ο παίκτης θεωρητικά έχει μια πολύ μεγαλύτερη εγγύηση αξιοπιστίας για το τυχερό παίγνιο που παίζει και τον ενδιαφέρει.

Από την άλλη πλευρά, και οι πάροχοι διαδικτυακών τυχερών παιγνίων, που δίνουν τον ρυθμό στην ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς τα τελευταία τέσσερα χρόνια, έχουν τους δικούς τους λόγους να νομιμοποιηθούν. Θέλουν να συμμετάσχουν στην επικείμενη αδειοδότηση επιχειρήσεων που τώρα ετοιμάζει η ελληνική κυβέρνηση. Ως συνέπεια ορισμένοι από αυτούς άρχισαν να εμφανίζουν τις οικονομικές συναλλαγές τους που πραγματοποιούν από απόσταση με Ελληνες παίκτες.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το 2013 ο τζίρος από τα τυχερά παίγνια μέσω Διαδικτύου ήταν σχεδόν μηδενικός, αφού δηλώθηκαν πονταρίσματα μόλις 8,1 εκατ. ευρώ και ακαθάριστα έσοδα (GGR) μόλις 2 εκατ. ευρώ. Πέρυσι τα αντίστοιχα μεγέθη ήταν τα 7 δισ. ευρώ και 391 εκατ. ευρώ. Μάλιστα τα στοιχεία αυτά συνεχίζουν να παραμένουν κατά δήλωση των παρόχων, καθώς η κυβέρνηση και οι ελληνικές αρχές αδυνατούν να ελέγξουν τις συναλλαγές, αφού η δραστηριοποίησή τους γίνεται από το εξωτερικό (κυρίως από Μάλτα).

Ο ΟΠΑΠ

Kυρίαρχος στην ελληνική αγορά τυχερών παιγνίων αναδείχθηκε για άλλη μία φορά ο ΟΠΑΠ. Ο τελευταίος ελέγχει το 70% των ακαθάριστων εσόδων στα τυχερά παίγνια της χώρας και μάλιστα, το ποσοστό αυτό αναμένεται να αυξηθεί στο επόμενο διάστημα. Πρώτον, εξαιτίας της ολοκλήρωσης της εγκατάστασης των VLTs στην επικράτεια, οπότε ένα μεγάλο μέρος της αγοράς (παίκτες σε παράνομα, καζίνο κ.λπ.) θα μετακινηθεί προς τα εκεί και δεύτερον, λόγω της εξαγοράς της Stoiximan αντί περίπου 120 εκατ. ευρώ.

H τελευταία εκτιμάται ότι ελέγχει το 40% των ακαθάριστων εσόδων στη διαδικτυακή αγορά, οπότε ένα σημαντικό κομμάτι της θα ελεγχθεί από τον κυρίαρχο παίκτη, τον ΟΠΑΠ. Συγκεκριμένα το α΄ εξάμηνο του 2018, η Stoiximan είχε εμφανίσει ακαθάριστα έσοδα ύψους 72 εκατ. ευρώ, σε σύνολο 183 εκατ. ευρώ, αντιστοιχώντας έτσι στο 39,5% του συνόλου.

Πάντως, η αγορά του Διαδικτύου είναι η πιο δυναμική. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, από 391 εκατ. ευρώ που ήταν σε ακαθάριστα έσοδα το 2018, φέτος εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 400 εκατ. ευρώ και είναι πιθανόν να πλησιάσει και τα 450 εκατ. ευρώ.

Εσοδα 2,9 δισ. για το Δημόσιο

Στο «πάρτι» του τζόγου δεν συμμετέχουν όλοι. Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις καζίνο συνεχίζουν να πιέζονται, καθώς πλέον οι παίκτες βρίσκουν επιλογές για τυχερά παίγνια στη γειτονιά τους ή ακόμη και στο κινητό τους. Πολλά καζίνο βρίσκονται στα πρόθυρα λουκέτου και ήδη αρκετά από αυτά κατά καιρούς κλείνουν, είτε με απόφαση των εργαζομένων (λόγω κινητοποιήσεων) είτε με παρέμβαση των Αρχών.

Ενας σίγουρα που συμμετέχει στο «πάρτι» είναι το ελληνικό Δημόσιο. Συνολικά από 7,5 δισ. που έχασαν οι Eλληνες τα 2,9 δισ. περιήλθαν στο Δημόσιο. Το ποσό μάλιστα αυτό δεν περιλαμβάνει τυχόν φόρο εισοδήματος, που εισπράττεται την επόμενη χρονιά. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ στην αγορά των τυχερών παιγνίων τα πήγε περίφημα, αυξάνοντας την είσπραξη των φόρων από το 2015 έως πέρυσι κατά 250 εκατ. ετησίως.

Κύριος «αιμοδότης» είναι ο ΟΠΑΠ, ο οποίος κατά την τετραετία κατέβαλε 1,7 δισ. σε σύνολο 2,9 δισ. Οι εταιρείες παροχής τυχερών παιγνίων μέσω Διαδικτύου κατέβαλαν 350 εκατ. φόρους και τα καζίνο 420 εκατ. Στα ποσά αυτά δεν περιλαμβάνεται η φορολογία κερδών των παικτών (327 εκατ.).