Η σφαγή της Απειράνθου (1917) στο όνομα της ενωμένης πατρίδας

Ο χρόνος γυρίζει πίσω… Εκατό χρόνια. Και η Ευρώπη από τα πρώτα χρόνια του 2ου αιώνα χωρισμένη στα δύο αναζητεί …συμμάχους ώστε να πάει σε Πόλεμο. Και όπως είναι λογικό ο διχασμός αυτός αγγίζει και την Ελλάδα. Μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα είχε παράδοση σε ζητήματα διχασμού. Από τους Αθηναίους και τους Σπαρτιάτες έως το κράτος της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης όπως ήταν την δεκαετία του 10 με τους βασιλικούς να είναι σε κόντρα με τους Βενιζελικούς ή αντιβασιλικούς. Και αυτή η πίεση μεταφέρονταν από τις πόλεις στην επαρχία και τα χωριά. Το άσχημο στην κόντρα αυτή ήταν ότι και οι πάλαι ποτέ Μεγάλες Δυνάμεις είχαν το δικό τους ρόλο στο παιχνίδι. Μπορεί ο Βασιλιάς να ήθελε την Ελλάδα ουδέτερη λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε άλλη άποψη. Και αυτή η άποψη δυστυχώς έμελλε να γίνει πραγματικότητα μέσω προσφοράς αίματος από τους Ελληνες… Με τις δυνάμεις της Αντάντ να έχουν προκαλέσει ναυτικό αποκλεισμό στο μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδας και το Κίνημα της Εθνικής Αμυνας να έχει προχωρήσει σε μία επιστράτευση ώστε να δημιουργήσει εθνικό στρατό ισχυρό για να πολεμήσει λογικό ήταν ότι θα υπήρχαν συγκρούσεις. Και βέβαια όχι με το «σεις και με το σας» Αλλά με τα κανόνια, τις ξιφολόγχες και τις σφαίρες να πέφτουν σαν χαλάζι. Και τα χωριά σε νησιά όπως η Σάμος, η Μυτιλήνη, η Λήμνος και η Νάξος να πληρώνουν βαρύ το φόρο αυτής της άρνησης…

Φρικαλεότητες χωρίς προηγούμενο

Θέλετε να δείτε πως περιέγραψαν οι ξένοι μερικά χρόνια αργότερα αυτή την υπόθεση; Μία υπόθεση που κράτησε περίπου ένα μήνα στη Νάξο (από το Δεκέμβριο του 1916 έως τον Ιανουάριο του 1917) και κορυφώθηκε με τη σφαγή της Απειράνθου το μεσημέρι της 2ης Ιανουαρίου... Στο περιοδικό Ατλαντίς της Νέας Υόρκης τον Σεπτέμβριο του 1930, ο δημοσιογράφος Ν. Βαβέας γράφει « Διαρκούντος του πολέμου του 1914 – 1918 και κατά τοην κρισιμωτέραν στιγμήν του εμφυλίου σπαραγμού , των ευαρίθμων κατοίκων της κώμης Απειράνθου εμμόνως αρνηθέντων να δηλώσωσιν ότι προσχωρούσιν εις το τα σπλάγχνα της Ελλάδος καταιμάξαν χωριστικόν κίνημα της Θεσσαλονίκης , εστάλη κατά της δρακός των ηρώων αυτών ένοπλος δύναμις και το αντιτορπιλικόν ΘΕΤΙΣ , όπερ φια σφοδρού κανονιοβολισμού κατέστρεψε απάσας τας οικίας του χωριού . Είτα μετά μακράν και στενήν πολιορκία του χωριού , καθ’ ην τα αδελφοκτόνα πολυβόλα κατυέριψαν τους πλείστους των κατοίκων νεκρούς , εκυρεύθη η Απείρανθος εξ’ εφόδου , των πλειοτέρων χωρικών τραπέντων προς τα όρη . Είναι ανεκδιήγητα τα μαρτύρια άτινα το τυφλόν τότε κυριαρχούν πάθος διέπραξεν εις την αιματοκυλισθέισαν άτυχη κωμόπολιν , πλην όταν θα γραφή η ιστορία του Ελληνικού αυτού δράματος , το ζοφερόν αυτό επεισόδιο , είναι βέβαιον ότι θα αποτελέση μιαν των ζοφερωτέρων σελίδων της . Γέρων χωρικός Απειράνθιος μας αφηγήθη λεπτομερώς τα της τραγωδίας εκείνης , προ της οποίας αισθάνεται τις την ανάγκην να καλύψη εξ αισχύνης το πρόσωπον παρέστη μάρτυς σκηνών άγριων και ανεκδιήγητων , η δε βλοσυρότης ην είχον προσλάβη οι οφθαλμοί του απεικονίζον πιστώς την φρίκην ην και σήμερον έτι αισθάνεται αναπολών την κόλαση εκείνων , εξ ης ως εκ θαύματος διεσώθη . Οι Σαρακηνοί και οι Αλγερινοί πειραταί δεν έπρακαν πάντως φρικτότερα κατά τας επιδρομάς των την εποχή εκείνη».

Αγερσανί

Κρατάμε από την όλη αφήγηση τα κατεβασμένα μάτια του γέρου από την Απείρανθο, την ντροπή που ένιωθε όταν έλεγε την ιστορία και βέβαια το γεγονός ότι όπως σημείωσε ούτε οι Σαρακηνοί ή Αλγερινοί πειρατές δεν προχωρούσαν σε τέτοιες φρικαλεότητες όπως οι Ελληνες εναντίον του εαυτού τους… Επίσης, στο βιβλίο «ΑΓΕΡΣΑΝΙ Νάξου» και στη σελίδα 193 όπως διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του Ιάκωβου Μελισσουργού υπάρχει αναφορά για τα γεγονότα τόσο της Απειράνθου όσο και της Μονής το 1916 – 17 αλλά και την επόμενη… ημέρα. Και διαβάζουμε ότι «Μετά το βομβαρδισμό της Απειράνθου οι Μανώλης Κ. Αρτσάνος (Καμαριανός), Στελιανός Γ. Κατερίνης (Μαμαλούκος), ένας αδελφός του Απόστολου Αρτσάνου (Παυλής) κι ένας αδερφός του Γιάννη Πρεβόλη (Κοντογιάννη) αρνήθηκαν να παρουσιαστούν για κατάταξη. Τότε δόθηκε διαταγή από τους Γάλλους, όποιος δεν παρουσιάζεται να τουφεκίζεται. Αναγκάστηκαν, λοιπόν, οι παραπάνω να παρουσιαστούν. Τους πήγαν στη Σύρο. Εκεί πέθανε ο Στελιανός Γ. Κατερίνης από τις κακουχίες. Των υπόλοιπων αγνοείται η τύχη. Λέγεται ότι χάθηκαν στη Μακεδονία».

Ξεχασμένη επανάσταση

Ξεχωριστή θέση έχει και το βιβλίο «Η Ξεχασμένη Επανάσταση» του Δ. Μιχαλόπουλου που παρουσιάστηκε τον Δεκέμβριο του 2012 και εκεί βλέπουμε μία ακόμη οπτική αυτής της σφαγής της Απειράνθου… Όπως σημειώνεται στο βιβλίο «εκείνοι που εκτέλεσαν την σφαγή, όργανα του καθεστώτος της εποχής εκείνης, έδρασαν κατ’ εντολή και για λογαριασμό της πολιτικής των Αγγλογάλλων. Το μίσος προς τους αντιφρονούντες που τους διακατείχε, τους οδήγησε  να εκτελέσουν την εντολή, όχι απλώς πρόθυμα, αλλά και με υπερβάλλοντα ζήλο. Άλλωστε, τέτοιες διώξεις ήσαν στο πρόγραμμα του καθεστώτος, το οποίο, όπως είπε ο Θ. Πάγκαλος στην Βουλή το 1928, «…δεν εξεπροσώπει την λαϊκήν θέλησιν και δια τούτο  ηναγκάσθη, να καταπνίξει δια των όπλων πλείστας στάσεις και να προβεί εις τυφεκισμούς και διώξεις, ακόμη και να απαγορεύση την εκδήλωσιν  δυσαρεσκείας προς αυτό». Έτσι, άλλη μια φορά Έλληνες  σκότωσαν Έλληνες. Οι ‘‘Μεγάλες Δυνάμεις’’ χτύπησαν, όπως πάντα, με ξένο χέρι, χέρι που λαχταρούσε να χτυπήσει τους αδελφούς αντιπάλους του.

Και παραθέτουμε ένα απόσπασμα του βιβλίου που βασίζεται σε στοιχεία που αναγράφονται στο Ιστορικό Αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών.          

«…Μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου τοῦ 1916, οἱ Ἄγγλοι εἶχαν βιαίως καθυποτάξει ὅλα σχεδὸν τὰ νησιὰ τῶν Κυκλάδων στὸ  καθεστὼς τοῦ Κράτους τῆς Θεσσαλονίκης. Ἐξαίρεση ἀποτελοῦσε ἡ Νάξος, οἱ κάτοικοι τῆς ὁποίας δὲν ἔστεργαν νὰ υἱοθετήσουν τὰ κελεύσματα τῶν δυνάμεων του καθεστώτος. Ἔτσι, κατὰ τὸ πρῶτο δωδεκαήμερο τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1917, ὀργανώθηκε ὁλόκληρη ἐκστρατεία μὲ σκοπὸ τὴν ὑποδούλωση τοῦ νησιοῦ.

Επικεφαλής τῆς ἐκστρατείας ὑπῆρξε ὁ σκωτικῆς καταγωγῆς Edward Montague Compton Mackenzie, λοχαγὸς τῶν Βρεταννικῶν Βασιλικῶν Πεζοναυτῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε, κατὰ τὸ 1916, στήσει ἕνα «δίκτυο ἀντικατασκοπείας» στὴν Ἀθήνα, ποὺ ἐργαζόταν ὑπὲρ τοῦ Βενιζέλου.  Δεδομένου ὅτι κέντρο τῶν ὀπαδῶν τοῦ Βασιλιᾶ Κωνσταντίνου στην Νάξο ἀποτελοῦσε ἡ Ἀπείρανθος, τὴν συγκεκριμένη ἐπιχείρηση ἀνέλαβε τώρα προσωπικῶς ὁ Ν. Καλομενόπουλος πού, στὸ μεταξύ, εἶχε γίνει στρατιωτικὸς διοικητὴς Κυκλάδων. Δύναμη 200 ἀνδρῶν λοιπόν, στοὺς ὁποίους συγκαταλέγονταν πολλοὶ ἄνδρες τῆς Κρητικῆς Χωροφυλακῆς, ἐκστράτευσε κατὰ τῆς Ἀπειράνθου, ἐνῶ, παράλληλα, τὸ ἀντιτορπιλλικὸ «Θέτις» κανονιοβολοῦσε τὸ χωριό. Τελικά, ἡ ἀντίσταση τῶν χωρικῶν κάμφθηκε…»  και ακολούθησε η  σφαγή».

Τι γράφει ο Ταυγέτης

Και φτάνουμε στα γεγονότα της Απειράνθου… Εκεί όπου όταν ο στρατός μπήκε στο χωριό σκότωσαν με ξιφολόχη έξω από το σπίτι του το γέρο - Μπελιώτη, μέσα δε στο σπίτι του με χειροβομβίδα το Σταύρο Ν. Σταυριανό, όπως επίσης και τον Μιχαήλ Γρατσία ο οποίος τόλμησε να πει: «Βρε παιδιά, μα Τουρκιά μας ήβρηκε;». Εσύλησαν ακόμη αρκετούς, όπως το Δημήτρη Εμ. Βάσιλα, το Βασίλη Ιωαν. Καραπάτη και την Ειρήνη Εμ. Κώτσου της οποίας της έκοψαν το δάχτυλο για να αφαιρέσουν το δαχτυλίδι που φορούσε. Και μετά με την υπόδειξη του παπά Φραγκίσκου, οι λευκές σημαίες σηκώθηκαν…

Η ιστορία γίνεται γνωστή μέσα από το αρχείο του κυρίου Ταϋγέτη, όπου γίνεται μία λεπτομερής και εκτενής αναφορά στα γεγονότα που έλαβαν χώρα και με τον Ταϋγέτη να γράφει με αρκετό θυμό είναι η αλήθεια « διαβάστε τώρα να δείτε «Πώς επικράτησε το ... δημοκρατικό κίνημα στα νησιά του Αιγαίου.» Και αναρωτιέται γιατί σ αυτό το χωριό, την πατρίδα του πρωθυπουργού Πρωτοπαπαδάκη και του Γλέζου ένα μνημείο για αυτά τα θύματα; Και κλείνει λέγοντας « τελικά αυτά τα γυναικόπαιδα ΔΕΝ ήταν άνθρωποι; ΔΕΝ αξίζουν της μνημοσύνης μας;»

Και παραθέτουμε την ιστορία…

Eν των νήσων των Κυκλάδων η Νάξος και ιδιαιτέρως η κωμόπολις αυτής Aπείρανθος είναι η πληρώσασα τον μεγαλείτερον φόρον του αίματος εις τον Κρητικόν Μινώταυρον, ερχόμενη και προ της Σάμου ακόμη.  Αι φανταστού τραγικότητος περιπέτειαι των κατοίκων της θα ήναι το αντικείμενον του παρόντος κεφαλαίου μου.

Η εμφάνισις Γερμανικών υποβρυχίων εις το Αιγαίον είχε συνέπειαν την υπό των Άγγλων εγκατάστασιν εις όλας τας νήσους λογοκρισίας (κοντρόλ), ήτις εξηκολουθησε καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου. Οι τον τοιούτον έλεγχόν ασκούντες απέβησαν οι πραγματικοί κύριοι και δέσποται των νήσων, διαλύσαντες και την σκιάν ακόμη τής Κρατικής κυριαρχίας, και χαρακτηριστικών περιφρόνησιν μαρτυρούντες προς το εν ουδετερότητι Κράτος.

Τοιαύτη τις λογοκρισία εγκατεστάθη και εις Νάξον, με πρώτον αυτής Διευθυντήν τον Άγγλον Ρίσβεθ, προς τον οποίον παρέσχον τας έντιμους υπηρεσίας των οι κυκλώσαντες αυτόν πολιτικοί χαφιέδες.

Και πρώτη έμπρακτος εκδήλωσις των τοιούτων υπηρεσιών των, ήτο να καταπλεύση εις Νάξον κατά τα τέλη Νοεμβρίου 1916 συμμαχικόν πολεμικόν του οποίου επέβαιναν και 75 στασιασταί της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι και απεβιβάσθησαν εις την νήσον.

Και πρώτη πράξις αυτών ήτο η εν καιρώ νυκτός επιδρομή κατά των οικιών του βουλευτού Μανούσου Δερλερέ και του Εμμανουήλ Ναυπλιώτη, αφού προηγουμένως τας εκύκλωσαν πάντοθεν. Αμφότερους συνέλαβον αφού τους αφύπνισαν και τους ωδήγησαν εις το εν τω λιμένι σταθμεύον αντιτορπιλλικόν - θά τους συναντήσωμεν εν τω στρατοπέδω του Μούδρου - χωρίς να παραλείψωσι να απογυμνωσωσι και τας οικίας των.

Προς την Απείρανθον.

Αλλά ας βαδίσωμεν ταχέως προς την Απείρανθον, όπως γίνωμεν μάρτυρες της αγρίας και αναίτιου ανθρωποσφαγής αθώων γυναικοπαίδων.  Την 2αν Δεκεμβρίου του 1916, έφθασεν εις Νάξον το ατμόπλοιον «'Ελδα» με δυναμιν 80 περίπου ανδρών υπό τον ανθυπολοχαγόν Ρουσάκην Ν. και τον πολιτικον αντιπρόσωπον της Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης Τσιμωνάκην, συνοδευόμενον υπό αγγλικού ανιχνευτικού αλιευτικού. Επί τη διαβεβαιώσει τοϋ Προέδρου της Κοινότητος Νάξου και του αστυνόμου, ότι ο στρατός θα γίνη δεκτός άνευ αντιστάσεως, απεβιβάσθη ούτος. Εκλήθησαν τότε εις Νάξον οι Πρόεδροι των λοιπών Κοινοτητων εν οις οι της Μονής και της Απειράνθου, όπως δηλώσωσιν ότι άναγνωρίζουσιν ως Κυβέρνησιν την της Θεσσαλονίκης. Οι πρόεδροι των Κοινοτήτων Μονής και Απειράνθου αντέταξαν άρνησιν έπίμονον, λόγω της εκπεφρασμένης ομόθυμου θελήσεως των κατοίκων ους αντεπροσώπευον.  Ο ανθυπολοχαγός Ρουσάκης Ν. μετά της υπ'αυτόν στρατιωτικής δυνάμεως λόγω φαίνεται εκφοβισμοϋ, εξεκίνησε κατά της Μονής και της Απειράνθου. Εν τω μικρώ χωρίω Μονής άμα τη εισόδω του αποδοκιμάζεται υπό των κατοίκων δια γιουχαϊσμών και ύβρεων «κάτω οι προδόται, ζήτω ο Βασιλεύς» ένεκα δε τούτου συνέλαβον τον Πρόεδρον της Κοινότητος και 18 άλλους ακόμη, ους έστειλαν δι' αγγλικού αλιευτικού εις Σύρον, ένθα εφυλακίσθησαν απαγγελθείσης κατ' αυτών κατηγορία, επί εξυβρίσει και έσχατη προδοσία.

Συνταξειδιώτης των ατυχών Μονιατών ήτο και ο βουλευτής των, κύριος Σωκράτης Παπαβασιλείου. Άμα δε τη εξόδω των εις Σύρον ο μεν Πρόεδρος της Κοινότητος εδάρη υπό του Στρατιωτικού Διοικητού του Αιγαίου Νικοστράτου Καλομενοπούλου, πάντες δε διεπομπεΰθησαν και επτύσθησαν υπό τών βενιζελικών της Ερμουπόλεως, εφυλακίσθησαν δε επί αρκετόν χρόνον.

Μετά τας ανωτέρω συλλήψεις, υπεγράφη εν Μονή το επιθυμητόν πρωτόκολλον αναγνωρίσεως, ο δε ανθυπολοχαγός Ρουσακης Ν. μετέβη μετά των ανδρών του εις Απείρανθον. Εκεί εγένετο δεκτός φιλοφρoνέστατα υπό των φύσει φιλοξένων Απειρανθίων, επί τετραήμερον όλον, καθ' ο οι στρατιώται του συνδιεσκέδαζον αδελφικώς μετά των Απειρανθίων, πολλούς των οποίων εγνώρισαν εν τω στρατώ.

* * *

Ο Ρουσάκης αντιληφθείς ότι δεν ηδύνατο να πείση τους Απειρανθίους να προσχωρήσωσιν εις την Κυβέρνησιν Θεσσαλονίκης και ότι δεν ήτο δυνατόν να μετέλθη βίαν, λόγω της ανεπαρκούς δυνάμεως του, του ενθουσιασμού

των ανδρών του με τους ευγενείς κατοίκους και του μη ευαρίθμου των Απειρανθίων βενιζελικών, οκτώ έως δέκα τον αριθμόν, ανεχώρησε την τετάρτην ημέραν μετά της δυνάμεως του δια Νάξον, αφού ολίγοι άνδρες εκ ταύτης συνώδευσαν εις τον όρμον Μουτσούνης τρεις Άγγλους αξιωματικούς.  Διαρκούσης πράγματι της παραμονής του Ρουσάκη εν Απειράνθω, το Αγγλικόν κοντρόλ δι απεσταλμένων αξιωματικών Άγγλων, ήλθεν εις συμφωνίαν μετά του λαού της Απειράνθου, εν υπαίθρω προσκληθέντος. Της συμφωνίας βάσις ήτο ν' αναγνωρισθή ούτος ουδέτερος καθ' όλην την διάρκειαν του πολέμου, υπό τους όρους, να παραδίδη σμύριδα ως και πρότερον, να δεχθή αστυνομίαν βενιζελικήν και να δύναται να εφεσιβάλλη τας αποφάσεις ταύτης εις τον Άγγλον Ναύαρχον του Αιγαίου.

Ανελπίστως όμως η συμφωνία εκείνη δεν υπεγράφη, δια λόγους άγνωστους μέχρι σήμερον εις τους Απειρανθίους.  Η μεταβάσα εις την πρωτεύουσαν της νήσου στρατιωτική δύναμις, αφού έμεινεν εκεί επί τινας ημέρας αναμένουσα ατμόπλοιον όπως απέλθη, παραδόξως επέστρεψεν οπίσω και εστάθμευσεν εις τον Δήμον Τραγαίας. Μετά συνεννοήσεις τινάς των ευαρίθμων βενιζελικών της νήσου μετά των αντιπροσώπων της Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, η Απείρανθος απεκλείσθη από πάσης επικοινωνίας προς τα λοιπά μέρη της νήσου, ίνα δια της πείνης υποκύψη.

Ο στρατός όμως του αποκλεισμού, εκ χιμαιρικού εντελώς φόβου, εστάθμευε πάντοτε κάτω της οροσειράς των δυτικών συνόρων του τέως Δήμου Απειρανθίας.

Μετά την τοιαύτην τροπήν οι Απειράνθιοι επείσμωσαν και εφανατίσθησαν

έτι περισσότερον, φαινομενικώς δε μόνον κατέλαβον στρατιωτικώς δήθεν την δυτικήν οροσειράν του Δήμου, επί της οποίας την νύκτα ήναπτον πυράς, ενίοτε δε καί έρριπτον φυσίγγια δυναμίτιδος ουχί κατά των εις απόστασιν 1)2 της ώρας και πλέον έτι ευρισκομένων στρατιωτών του αποκλεισμού, αλλά διασκεδάζοντες μεταξύ των και ίνα εμπνεύσωσιν αμοιβαίον θάρρος. Σημειωτέον ότι ούτοι δυνάμει ειδικών νόμων κατέχουσι πάντοτε δυναμίτιδα χρησιμοποιούντες αυτήν δια την εξόρυξιν της σμύριδος. Την μεταχειρίζονται δε και εις γάμους και διασκεδάσεις αντί πυροβολισμών.

Η κατάστασις εξηκολούθησεν οώτω μέχρι του τελευταίου δεκαημέρου του Δεκεμβρίου 1916, ότε αφίκετο εις Νάξον εκ Σύρου η όλη εν τω Αιγαίω υπό τον υπολοχαγόν της Αμύνης Σαμαρτζήν Δ. στρατιωτική δύναμις της Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης (250 περίπου άνδρες). Η δύναμις εκείνη, ενωθείσα μετά της εν Τραγαία ήδη ευρισκομένης, κατέστησεν απηνέστερον τον αποκλεισμόν της Απειράνθου, ο δε υπολοχαγός Σαμαρτζής ματαίως προσεπάθησε δια προσκλήσεως εις Τραγαίαν Απειρανθίων, θεωρουμένων υποκινητών του λαού, να πείση τους Απειρανθίους να υπογράψωσι πρωτόκολλον αναγνωρίσεως της Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης.

Το τελεσιγράφον δια την αναγώρισιν της Επαναστατικής Κυβερνήσεως.

Την 1ην Ιανουαρίου 1917 ημέραν Κυριακήν και ώραν 10 π,μ. απέστειλεν ούτος εκ του τορπιλλοβόλου «Θέτις» εμφανισθέντος προ του όρμου Μουτσούνης της Νάξου, τελεσίγραφον εις τον λαόν της Απειράνθου δι' ου εδήλου εν τέλει, ότι «εάν μέχρι της έκτης μεταμεσημβρινής ώρας της ιδίας ημέρας δεν δήλωση ο Λαός ομοθύμως προσχώρησιν και δεν παραδώση τα υπάρχοντα οπλα, θά θεωρηθή ως εχθρός, το χωρίον θα κηρυχθη εις κατάστασιν πολιορκίας, θα κηρυχθή ο Στρατιωτικός Νόμος, θα συσταθή εκτακτον Στρατοδικείον και θα κτυπηθή από ξηράς και θαλάσσης».  Το τελεσίγραφον τούτο ανεγνώσθη τω Λαώ εν πανδήμω συναθροίσει και τη προτάσει του γέροντος καφεπώλου Εμμ. Ζευγώλη ή Κολέα απεφασίσθη να κριθή «ανάξιον οιασδήποτε απαντήσεως».

Την επομένην 2 Ιανουαρίου 1917 ημέραν Δευτέραν περί τα εξημερωματα, ενεφανίσθη η υπό τον Σαμαρτζήν στρατιωτική δύναμις, επί της νοτιοδυτικής οροσειράς της κωμοπόλεως κατερχόμενη εν τάξει μάχης και πλησιάζουσα τα άκρα της κωμοπόλεως χωρίς ουδαμοΰ να συνάντηση ουδέ την έλαχίστην αντίστασιν. Οι Απειράνθιοι άμα αντελήφθησαν τούτο εξήλθον και εθεώντο εκ των δωμάτων των οικιών και εκ των άκρων της κωμοπόλεως, ιδίως δε εξ Αγίας Παρασκευής ένθα πολύς κόσμος ευρέθη, διότι εκείθεν θα εισήρχοντο εις την κωμόπολιν.

Τη προτροπή τίνων ο Πρόεδρος της Κοινότητος ανεχώρησεν αμέσως και έσπευσε προς συνάντησιν του Σαμαρτζή, όστις εδήλωσεν αυτώ ότι τάσσει προθεσμίαν 15 λεπτών της ώρας προς εκτέλεσιν του τελεσιγράφου της προηγουμένης ημέρας, άλλως θα καύση το χωρίον.

Ο πρόεδρος απήντησεν, ότι πλην των ολίγων βενιζελικών του χωρίου ουδείς άλλος προσχωρεί, διότι οι κάτοικοι θεωρούσι την προσχώρησιν ως αλλαξοπιστίαν. Δεν βλέπει όμως και τον λόγον δια τον οποίον ο αξιωματικός θέλει να καύση το χωρίον, αφού δύναται κάλλιστα να εισέλθει, εγκαταστήση τας Αρχάς του και αν τις των ανδρών του πάθη τι να κρατηθή ο Πρόεδρος και άλλοι έτι ως όμηροι και ως υπεύθυνοι δια πάσαν παρεκτροπήν.  Ο υπολοχαγός απήντησεν ότι θα εκτέλεση το τελεσίγραφον.  Ο Πρόεδρος επέστρεψεν και ανεκοίνωσεν εις τον λαόν την αμετάτρεπτον απόφασιν του Σαμαρτζή να καύση το χωρίον εάν δεν προσχωρήση και παραδώση όσα όπλα έχει

Ο λαός μια φωνή ηρνήθη προτιμήσας τον θάνατον και την καταστροφήν του χωρίου, παρά να προσχώρηση, απείχε δε του στρατού της Αμύνης περί τα 50 ή 80 βήματα εις την θέσιν «Αγία Παρακευή». Ο στρατός εκαλύπτετο υπό ξηροτοίχων, το δε πλήθος ήτο καθ' ολοκληρίαν εκτεθειμένον και εζητωκραύγαζεν όπερ του Βασιλέως του, χωρίς ουδαμώς να προσβάλλη, ουδαμού, ουτε δια λόγων, ούτε δι' έργων τους άνδρας της Αμύνης.

Ο βομβαρδισμός. Η επακολουθήσασα ανθρωποσφαγή.

Μίαν ώραν προ της λήξεως της νέας προθεσμίας του τελεσιγράφου του Σαμαρτζή, ήτοι περί την 9ην π. μ. το τορπιλλοβόλον Θέτις υπό τον αξιωματικόν Βουλγαρην Π. εκ του όρμου Μουτσούνης ήνοιξε πυρ κατά της αοράτου εις αυτό Απειράνθου. Δία του χαμηλότερου αυχένος της ανατολικής πλευράς της κωμοπόλεως διηύθυνε δύο βολάς των 75, αίτινες έπεσαν περί την Βυζαντινήν Μητρόπολιν της κωμοπόλεως άνευ ουδενός αποτελέσματος.  Πριν παρέλθη το υπό του Σαμαρτζή ταχθέν τέταρτον της ώρας, ήτοι περί την 10ην π. μ. ήρχισαν πυρά ομαδόν.

Τα δραματικά γεγονότα της Απειράνθου θα παραμείνουν ως μία μελανή κηλίς εις την ιστορίαν της Ελλάδος κατά τα έτη του αλληλοσπαραγμού. Ουδέποτε και ουδαμού αναφέρεται η σφαγή γυναικόπαιδων εντελώς αόπλων και χωρίς να προβάλλουν ουδεμίαν αντίστασιν, υπό ομοεθνών στρατιωτών. Και μόνη αυτή η πράξις θα ήτο ικανή να επισύρει εις τους δράστας την ποινήν της αγχόνης, όπως δικαίως παρετήρησαν οι Άγγλοι, κατάπληκτοι από την πρωτοφανή αιματοχυσίαν.

Αλλά ας έλθωμεν εις τα γεγονότα.

Ο υπολοχαγός Σαμαρτζής είχε τάξει δια του τελεσιγραφου προθεσμίαν εις τους κατοίκους δια να δηλώσουν ότι προσχωρούν εις το κίνημα του Βενιζέλου. Οι κάτοικοι όμως είχον συγκεντρωθή παρά την θέσιν "Αγία Παρασκευή", τελείως άοπλοι και εζητωκραύγαζον.  Εν τέταρτον προ της λήξεως της προθεσμίας του τελεσιγράφου ό Σαμαρτζής ευρισκόμενος με άνδρας του εις απόστασιν 50 έως 80 βημάτων από των κατοίκων και άνευ ουδεμιάς νεωτέρας είδοποιήσεως, ήρχισε πυρά ομαδόν δια επαναληπτικών γκρα, μάνλιχερ, και ενός πολυβόλου, ούτινος η δευτέρα ταινία, θεία πρόνοια, δεν λειτούργησε λόγω βλάβης. Οι άνδρες έβαλλον κατά του εις εγγυτάτην άπόστασιν ευρισκομένου εις διαφορα μέρη πλήθους, Εξηκολούθησαν δε το πυρ περί το τέταρτον της ώρας περίπου. Υψώθη τότε λευκή σημαία εκ μέρους του πρωθιερέως του χωρίου Φραγκίσκου και ο στρατός της Αμύνης εισήλθεν εις το χωρίον, ένθα προέβη εις καταατροφάς και διαρπαγάς, εφόνενσε δε δια μεν ξιφολόγχης επί της αυλοθύρας του τον 70ετή γέροντα Μπελιώτην, δια δε χειροβομβίδος εντός της οικίας του τον 72 ετών γέροντα Σταυρ. Ν. Σταυριανόν, εσκύλευσε δε και αρκετούς εκ των φονευθέντων, ως την Ειρήνην Εμμ. Κώτσου ης άπέκοψε τον δάκτυλον προς αφαίρεσιν δακτυλιδίου, τον Δημ. Μανώλη Βάσιλαν και τον Βασίλειον Ιωάν. Καραπάτην. Αφήρεσαν προσέτι και τα αφιερώματα του Ναού της Αγίας Παρασκευής.

Η εκ των επαναληπτικών όπλων και του πολυβόλου ανθρωποθυσία ανήλθε εις 32 νεκρούς και 14 πληγωμένους, εξ ων οι 15 έμειναν ανάπηροι ως λεπτομερώς αναφέρομεν παρακατιόντες.

Μετά την καταστροφήν, συνέλαβον περί τους 120 άνδρας ους αφού εχρησιμοποίησαν δια την μεταφοράν των φονευομένων (ήνοιξαν κοινόν λάκκον έξω του Νεκροταφείου, ένθα έρριψαν εις δυο επικείμενας σειράς 25 άνδρας γέροντας, γυναίκας και παιδία άνευ ουδεμίας θρησκευτικής τελετης) εφυλάκισαν επί εβδομάδα πολλούς εντός της Μητροπόλεως. Εξ αυτών δε ωδηγηθησαν 80 εις Νάξον. Εκεί τους εκράτησαν περί τας 10 ημέρας και τους απέλυσαν αφού αφίκετο εκ Σύρου ο τότε Στρατιωτικός Διοικητής Αιγαίου Νικόστρατος Καλομενόπουλος, τη επεμβάσει βενιζελικών φοβούμενων αντίποινα.

Μόλις έγνώσθη η ανωτέρω ανθρωποθυσία έφθασεν εις Απείρανθον στρατιωτικός ιατρός του Αγγλικού Ναυτικού μετά νοσοκόμων και ειδών νοσηλείας. Ο ιατρός εκείνος αφού επεσκέφθη λεπτομερώς τους εγχώριους πληγωμένους, εζήτησεν από τον Σαμαρτζήν να δη και τους της Αμύνης, ο τελευταίος του απήντησεν ότι ουδένα πληγωμένον έχει. Τότε ο Άγγλος του είπε τα εξής χαρακτηριστικά. «Διατί εφονεύσατε και επληγώσατε αυτούς τους άοπλους ανθρώπους ; Θα ήσθε κρεμασμένος και σεις και ο αρχηγός σας, αν εκακουργείτε ούτως υπό Αγγλικήν Δικαιοσύνην».

Ενώ ουτωσί εσφαγιάζοντο οι Απειράνθιοι, ο Βενιζέλος απέστελλεν εκ Θεσσαλονίκης προς τον εν Σύρω Ν. Καλομενόπουλον την 7ην Ιανουαρίου το εξής τηλεγραφημα.

 «Γεγονότα Νάξου έθλιψαν ημάς. Αποστείλατε ενισχύσεις εις μαχόμενους άνδρας μας κατά επιστράτων Νάξου. Ανάγκη αποσπάσωμεν ωραίαν νήσον από Κράτος προδοτών Αθηνών. Μη φεισθήτε ουδενός».

Τα ονόματα των θυμάτων.

Ιδού ήδη και τα ονόματα των επιστράτων καθ' ων τόσον ηρωικώς εμάχοντο οι άνδρες του Καλομενσπούλου.

Α') 32 νεκροί, οι εξής:  1.Δημήτριος Αντωνίου Ζευγώλης 13 ετών, εφονεύθη εν Αγία Παρασκευή, 2. Ιωάννης Μιχέλη Αναματερός 12 ετών, εφονεύθη εν Αγία Παρασκευή, 3. Ιωάννης Αντωνίου Κώτσος 16 ετών, εφονεύθη επί του δώματος Δημ. Σταυριανού, 4. Μανώλης Δημ. Κατσουρός 17 ετών, εφονεύθη εις το αυτό μέρος 5. Βασίλειος Κωνστ. Μπαρδάνης 18 ετών, εφονεύθη εν Άγια Παρασκευή", 6. Δημήτριος Εμμ. Βάσιλας 18 Ατων, εν Αγία Παρασκευή, 7. Βασίλειος Ιωάννης Καραπάτης 25 ετών, εφονεύθη εν Αγία Παρασκευή, 8. Μανώλης Μιχ. Καμπούρης ετών 27, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού, 9. Μανώλης Γεωργ. Ζαφείρης 30, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού αφήκε 2 ορφανά και χήραν, 10. Λογοθέτης Εμμ. Αρχοντάκης 35 ετών, εφονεύθη εν Αγία Παρασκευή, 11. Μανώλης Ιωαν. Μάρκος 37 ετών, εφονεύθη εν Αγία Παρασκευή αφήκε 2 ορφανά και χήραν, 12. Γεώργιος Εμμ. Οικονόμου 43 ετών, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού, αφήκεν 7 ορφανά και χήραν, 13, Φλώρος Δημ. Δέτσης 45 ετών εφονεύθη εις το αυτό μέρος, αφήκε 4 ορφανά χήραν και ταύτην άναπηρον εκ των τραυμάτων τα οποία έλαβε, 14. Μανώλης Ηλ. Γρατσίας 56 ετών, εφονεύθη εις την θέσιν Θεοτόκος, αφήκε 5 ορφανά και χήραν, 15. Αντωνιος Ι. Καγιάς 45 ετών, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού, αφήκε 5 ορφανά και χήραν, 16. Ιωάννης Μαν. Πριμηκυρίου 68 ετών, εφονεύθη εις θέσιν Θεοτόκος, αφήκε 3 ορφανά και χήραν, 17. Στέφανος Δημ. Μπελιώτης 70 ετών εφονεύθη επί της αυλοθύρας του, αφήκε 3 ορφανά και χήραν, 18. Ιωάννης Γεωργ. Ρωμανός 70 ετών, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού, 19. Σταύρος Ν. Σταυριανός 72 ετών, εφονεύθη επί του δώματος Σταυριανού, 20. Ειρήνη Εμμ., Κώτσου 16 ετών εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, 21. Αικατερίνη Παναγ. Μάρκου 20 ετών εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, 22. Μαργαρίτα σύζυγος Γεωργ. Τραυλού 24 ετών εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή έγκυος, 23. Εργίνα σύζυγ, Νικ.Γλέζου 26 ετών, εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή έγκυος, 24.Καλλιόπη σύζυγος Μαν. Κρητικού 27 ετών εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή έγκυος, 25. Καλή σύζυγος Μαν. Γιακουμή ετών 37, εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, αφήκε 4 ορφανά, 26. Ειρήνη σύζυγος Ζαφειρ, Σκευοφύλακος, 38 ετών, εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, αφήκε 4 ορφανά, 27. Σοφία σύζυγος Ιωάν. Δεουδέ 28 ετών, εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, αφήκε 4 ορφανά, έγκυος, 28. Ευδοκία σύζυγος Β. Γιακουμη 40 ετών, εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή αφήκε 4 ορφανά 29. Μαρίνα σύζυγος Δημ. Παπαδάκη 48 ετών, εφονεύθη εν τη θέσει Θεοτόκος, αφήκε 4 ορφανά, 30. Κυριακή σύζυγος Εμμ. Καραπάτη ετών 56 εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή, αφήκε 3 ορφανά, 31. Μαρία χήρα Δ. Σουλέ 62 ετών εφονεύθη εν Αγ. Παρασκευή.

Β') 15 ανάπηροι μέχρι πλήρους άνικανότητος, οι : 1. Μάρκος Γ. Ρωμανός 13 ετών, 2. Νικόλαος Δ. Παναγιώτου 13 ετών, 3. Ιωάννης Δημ. Μπουγιούκας 16 ετών, 4. Δημήτριος Μαν. Ζευγώλης 20 ετών, 5. Φλώριος Iω. Πιτυλάκης 24 ετών, 6. Μιχαήλ Στ. Πολυκράτης 43 ετών, 7. Μανώλης Μιχ. Νανούρης 46 ετών, 8. Παρασκευή Μαν. Γεροντή 17 ετών, 9. Σοφία σύζυγος Δημ. Οικονόμου 22 ετών, 10. Παρασκευή χήρα Βασ. Καραπάτη ετών 25, 11. Ειρήνη σύζυγος Μιχ. Κριμιτζά 37 ετών, 12. Αικατερίνη σύζ. Βασ. Γιακουμη 40 ετών, 13. Αικατερίνη σύζυγος Ιωάννου Μάρκου 45 ετών 14. Μαρίνα χήρα Φλωρ. Δέτση 45 ετών, 15. Αικατερίνη σύζυγος Αντ. Ποθητού 45 ετών.

Γ') 27 τραυματισθέντες καιρίως οι : 1. Αντώνιος Ζ. Σκευοφύλαξ 9 ετών, 2. Αριστείδης Νικ. Σερβεταλής 10 ετών, 3. Δημήτριος Εμμ. Γιακουμής 12 ετών, 4. Ζαφείρης Ιωαν. Πριμηκύρης 14 ετών, 5. Ιωαν. Βασ. Οικονόμου 18 ετών, 6. Δημήτριος Εμμ. Φελάς 18 ετών, 7. Βασίλειος Δημ. Φραγκίσκο 26 ετών, 8. Ιωάννης Εμμ. Πρωτοπαπάς 28 ετών, 10. Βασίλειος Μπαρδάνης 44 ετών, 11. Λογοθέτης Γ. Νανούρης 51 ετών, 12. Εμμανουήλ Δημ. Κριμιτζάς 56 ετών, 13. Ματθαίος Ιωαν. Πρωτονοτάριος 66 ετών, 14. Δημήτριος Δάμιτσος 71 ετών, 15. Σοφία Αντ. Αρχοντάκη 10 ετών, 16. Μαρία Β. Μπαρδάνη 16 ετών, 17. Ευδοκία Αντ. Ελευθερίου 17 ετών, 18. Αικατερίνη Ιωαν. Ποθητου 20 ετών, 19. Μαρία Γ. Πολυκράτη 21 ετών, 20. Σουλτάνα Εμμ. Καραπάτη 23 ετών, 21. Καλή σύζυγος Ιωαν. Ελευθερίου 32 ετών, 22. Ελένη σύζυγος Βασ. Μπαρδάνη 41 ετών, 23. Αικατερίνη σύζυγος Μαν. Νανούρη 43 ετών, 24. Παρασκευή σύζυγος Κ. Μπαρδάνη 45 ετών, 25. Σεβαστή σύζυγος Αντ. Σταυριανού 55 ετών, 26) Σοφία σύζυγος Φλώρ. Καρτσάτου 62 ετών, 27) Παρασκευή σύζ. Ιωαν. Μπαρδάνη 66 ετών.

Εις πατριωτικός λόγος.

Όταν οι επαναστάται της Θεσσαλονίκης μετά των Άγγλων κατά το χωρίον Χαλκί, πρωτεύουσαν της Τραγαίας, ο βενιζελικός ιατρός Μάρκος Βαλληνδράς εξεφώνησε προς τους χωρικούς τον εξής βαρυσήμαντον και μεστόν ουσιαστικών επιχειρημάτων πατριωτικότατον λόγον:  «Τώρα με την κατάληψιν της νήσου υπό των Άγγλων θα ζήσετε αλά Αμερικάνα. Οι Άγγλοι θα σας διορθώσουν τους δρόμους, θα σας κουβαλήσουν αυτοκίνητα δια τάς συγκοινωνίας σας, δεν θα πληρώνετε κανένα φόρον, θα περάσετε ζωή και κότα, δεν θα σπάζετε στη δουλειά».

Κατέληξε δε ερωτών τους ακροατάς του. «Είπατε μου σας παρακαλώ επί 70 χρόνια τι μας έκαμεν η Ελλάς ; Μόνον στους φόρους μας έσπασε». Μετά το τέλος του λόγου του εζητωκραύγασεν υπέρ του Βενιζέλου, ουδείς όμως εκ των κατοίκων απήντησε.

Διότι ο πρώην βουλευτής των κ. Ναυπλιωτης απεπειράθη να τον αντικρούση συνελήφθη αμέσως και ωδηγήθη εις την Αστυνομίαν. Οι συγχώριοί του Δαμαργιανίται επετέθησαν κατά των χωροφυλάκων και τον απηλευθέρωσαν. Την νύκτα όμως, στασιασται μετ' εντοπίων τινών ως οδηγών, μεταξύ των οποίων ήσαν ο Λεωνίδας Βαλληνδράς, κάποιος Περιστεράκης κρεωπώλης εκ Κρήτης, φυγόδικος εκ ταύτης και από ετών διαμένων εις Νάξον, τον συνέλαβον και πάλιν μεταβαίνοντα να κοιμηθη εις άλλο χωρίον και τον ωδήγησαν εις Νάξον, χάρις όμως εις την παρέμβασιν δυτικών φίλων του αφέθη ελεύθερος.

Πως τα είδαν οι …Βενιζελικοί

Την πρώτη αναφορά των βενιζελικών για το θέμα της Απειράνθου τη συναντάμε στο τηλεγράφημα του ίδιου του Βενιζέλου. «Γεγονότα Νάξου έθλιψαν ημάς. Αποστείλατε τάχιστα ενισχύσεις εις τους μαχόμενους άνδρας μας κατά επιστράτων Νάξου. Ανάγκην αποσπάσωμεν ωραίαν νήσον από κράτους προδοτών Αθηνών. Μη φεισθήτε ουδενός». Για τους βενιζελικούς, μέσα στο κλίμα της γενικής έντασης και του διχασμού, και θεωρώντας τους προδότες της Αθήνας εμπόδιο για την ολοκλήρωση των σχεδίων τα οποία επαγγέλονταν, τα γεγονότα της Απειράνθου ήσαν η μοιραία, η αναγκαία κατάληξη της αντίστασης «ην οργάνωσαν γνωστοί  αντιδραστικοί», οι οποίοι κατάφεραν να εμπνεύσουν τέτοιο τυφλό φανατισμό στους οπαδούς τους ώστε «μεθ' όλα τα ληφθέντα προς αυτούς ευγενή μέτρα ου μόνον δεν έστερξαν να προσχωρήσωσιν εις το εθνικόν κίνημα και εξακολουθήσωσιν τας εργασίας των, υπό την προστασίαν του νέου καθεστώτος, αλλά καθ' εκάστην χλευαστικότατα προεκάλουν τον στρατόν, ρίπτοντας δυναμίτιδας και πυροβολούντες, όστις και έθεσεν αυτούς εν αποκλεισμό».

«Κατά τα αιματηρά γεγονότα που ηκολούθησαν εφονεύθηκαν υπό των διεξαγόντων την αντίδρασιν και πολλά γυναικόπαιδα, εν οις και η αδελφή του υπολοχαγού Σκευοφύλακος μετά του τέκνου της».Οι Απειράνθιοι, οι ορεσέβιοι τούτοι και γενναίοι άνδρες, φιλοπάτριδες και ειλικρινείς, έπιπτον θύματα ηθικών αυτουργών, αλλαχού διαμενόντων, έπιπτον θύματα της νοσηράς καθολικής καταστάσεως ήτις επεκράτη τότε».

«Μετά την άσκοπον αιματοχυσίαν η τάξις όχι μόνον αποκατέστη αλλά και το κοινοτικόν συμβούλιον Απειράνθου ανεγνώρισε πλήρως το νέον καθεστώς, προς τιμήν δε των Απειρανθίων πρέπει να λεχθεί ότι μόλις και απηλλάγησαν των ηθικών δηλητηριάσεων, αμέ-σως και πρώτοι έσπευσαν εις την φωνήν της πατρίδος, να υπηρετήσωσιν υπό τας σημαίας του εθνικού στρατού της Αμύνης, εις ου και υπηρετούν επίλεκτοι Απειράνθιοι αξιωματικοί». Διακρίνουμε λοιπόν μια προσπάθεια δικαιολόγησης της υπόθεσης από τη μεριά των βενιζελικών. Οι Απεραθίτες αντιμετωπίζονται σαν τα θύματα της κατάστασης που επικρατούσε τότε, αλλά ήσαν ανταγωνιστές άξιοι σεβασμού.

Και πως τα είδαν οι αντι-βενιζελικοί

Για τους αντιβενιζελικούς, βέβαια, τα γεγονότα δεν ήταν παρά «κακούργημα, ο παρόμοιον δεν απαντάται εν τη ανθρωπινή ιστορία, δια τα τε προκαλέσαντα τούτο ελατήρια, ως και δια την ψυχραιμίαν μεθ' ης εξετελέσθη». Κατά τον αποκλεισμόν δε «φαινομενικώς μόνον κατέλαβαν στρατιωτικώς δήθεν την δυτικήν οροσειράν του δήμου επί της οποίας την νύκτα ήναπτον πυρά, ενίοτε δε και έρριπτον φυσίγγια δυναμίτιδας, ουχί κατά των στρατιωτικών του αποκλεισμού, αλλά διασκεδάζοντες μεταξύ των και ίνα εμπνεύσωσιν αμοιβαίον θάρρος». Έπειτα «ουδείς επίστευεν ότι η παθητική αντίστασις τούτων θα κατεβάλετο δια της βίας των όπλων, αλλά δια του αποκλεισμού μάλλον και άλλων ηπιότερων μέσων, αποκλειόμενης της επιδειχθείσης αγριότητας». Κατά την περίοδο που ακολούθησε την αιματοχυσία, «και μέχρι σχεδόν της καταλύσεως της τυραννίας οι κάτοικοι διετέλεσαν υπό αληθή τρομοκρατίαν. Οι αστυνομικοί σταθμάρχαι, ελλείψει πραγματικής βασιλείας, εθεώρουν εαυτούς ανωτέρους παντός άρχοντος... Ούτω και δια το ελάχιστον έτι, άνδρας πρώτης γραμμής, πολλάκις μόλις επιστρέψαντες εκ του μετώπου, γέροντας και γυναίκας άξιους παντός σεβασμού συνελάμβανον και έδερον ανηλεώς... ήσαν ούτοι οι μάλλον μισητοί υπήκοοι της καταλυθείσης τυραννίας. Η απειλή της εξορίας ήτο η τρομερότερα όλων». Για τους αντιβενιζελικούς η αντίσταση ήταν αυθόρμητη. Οι Απεραθίτες σαν μοναδικό γνώρισμα της πορείας τους είχαν την ιδεολογία τους.

Βασική πηγή ενημέρωσης η ιστοσελίδα του "Ορεινού Αξώτη"