Και ο Βαγγέλης στην "προβλήτα του ουρανού"

Παρασκευή πρωί… Καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή και ακούω τον Γιάννη Βλαχάκη να μου λέει «Ξέρεις ποιος έφυγε; Ο μπουρμπουλήθρας… Καλό παιδί»… Να πω την αλήθεια ξαφνιάστηκα. Δεν γνώριζα κάποιον με αυτό το προσωνύμιο… Μου είπε «ο Βαγγέλης ρε… Ο Σορώκος»… Και τότε θυμήθηκα το πρόσωπο. Για μένα ήταν ο «Μπράιτνερ», ο γερμανός αναρχικός του ποδοσφαίρου, με το τρελό μαλλί… Όμως, για τους Ναξιώτες και δη τους μεγαλύτερους στην ηλικία είχε ένα άλλο προσωνύμιο. Όπως όλοι μας. Και είχε να κάνει με την ικανότητά του να βουτάει για λεπτά και να χάνεται στο βυθό της θάλασσας.

Η εικόνα του στα μάτια μου; Συγκεκριμένη. Σχεδόν πάντα σκυφτός στο μπαλκόνι του σπιτιού του να ράβει τα δίχτυα. Και όταν σήκωνε το κεφάλι και με έβλεπε απλά μου έλεγε «να πεις χαιρετισμούς στο πατέρα σου. Τον Παπά Κώστα. Τον αγαπάω…»

Ο Βαγγέλης δεν μένει πια εδώ… Ακολούθησε την αλυσίδα που δημιούργησαν το τελευταίο διάστημα τόσο οι συγγενείς του (σ.σ. τελευταίος στην αρχή του μήνα αδελφός του Γιακουμής με αποτέλεσμα από τα οκτώ συνολικά αδέλφια να είναι πλέον μόνο ένας ζωντανός) όσο και οι άνθρωποι που εργάζονται στο προβλήτα του λιμανιού… Ο Γιάννης Βλαχάκης με επανέφερε στην πραγματικότητα λέγοντάς μου «ξέρεις, όλο έλεγα να του κάνω μία συνέντευξη. Και μου έλεγε «εγώ ρε Γιάννη θέλω να τραγουδήσω. Δεν θέλω να τα πω με λόγια». Και του απαντούσα «μα δεν μπορώ να τα βάλω στο χαρτί τα τραγούδια»

Κι έπιασα τον εαυτό μου εκείνη τη στιγμή να χαμογελάει…

Ο Βαγγέλης Σορώκος μπορεί να ήταν ένας άνθρωπος που εργάζονταν στο λιμάνι, αλλά όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο που είχε πολλά ταλέντα και το κυριότερο είχε καλλιτεχνική αύρα και ανησυχίες… Ο Νίκος Καραβίας σε ένα σχόλιο στα social media αναφέρει για τον Βαγγέλη Σορώκο «Έπαιζε εξαιρετική Κορνέτα όντας για πολλά χρόνια μέλος της Φιλαρμονικής αλλά εκεί που ήταν άπαιχτος ήταν το τραγούδι ειδικά είχε μεγάλη ευκολία στον να κάνει δεύτερη φωνή με πολύ ιδιαίτερο προσωπικό του στιλ !!» ενώ ο Δημήτρης Κεσίνης θα δώσει μία άλλη διάσταση της προσωπικότητάς του τονίζοντας «τα πέτρινα χρόνια της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων, δεκαετία '80, ο Βαγγέλης ήταν ο πρώτος Ναξιώτης που γνώρισα με ένα τέτοιο βιβλίο παραμάσχαλα....!!! δίδαξες πολλά σε πολλούς όσο έζησες.....!!!» Και το κυριότερο; Λάτρευε τις ξένες γλώσσες. Και τα κατάφερνε περίφημα.

Ο Δημήτρης Καρούσης σε άλλο του σχόλιο αναφέρει ότι «ο Βαγγέλης είναι μεγάλη προσωπικότητα του νησιού μας δίδαξε σ όλους την ταπεινότητα ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή ενώ ήταν λαμπρός επιστήμονας δούλεψε καβοδέτης»

Καβοδέτης λοιπόν. Αν και είχε σπουδάσει στη Σύρο και ήταν ένα από τα πρόσωπα που σίγουρα γνώριζαν περισσότερα απ’ αυτά που άφηνε να εννοηθεί. Και τώρα βρίσκεται στην «προβλήτα του ουρανού» με τον Γιάννη, τον Δημήτρη, τον Κώστα. Τους φίλους του….

Και για να μην ξαφνιαστείτε, το άρθρο ξεκίνησε λόγω της ανάρτησης που έκανε ο Γιάννης Παπαδόπουλος, όπου αναφέρεται στον Βαγγέλη Σορώκο. Τον γνώριζε μέσα από την προσωπική τους επαφή. Από την εποχή του …Βαπόρια και τα μπιλιάρδα. Κι εκφράζει κι αυτός το παράπονο, αντίστοιχο με αυτό του Βλαχάκη «Πίστευα ότι κάποτε θα πίναμε μια κούπα μαζί για να τον προκαλέσω να μου πει περισσότερα για κείνον δεν προλάβαμε».

Διαβάστε την ανάρτηση του Γιάννη Παπαδόπουλου…

«Τον Βαγγέλη τον Σορώκο τον γνώρισα πολύ μικρός. Ήταν για μένα ένας θρύλος ένας ήρωας των παιδικών μου χρόνων. Όλοι μιλούσαν με ενθουσιασμό και θαυμασμό γι’ αυτόν. Ήταν για μας τα παιδιά που μεγαλώσαμε στην δεκαετία του ‘70 απ’ αυτούς που στέκονται στην κορυφή του βάθρου. Ήταν η απάντηση σ΄αυτά τα ερωτήματα που ψάχνουν τα μικρά παιδιά: « ποιος είναι ο πιο γρήγορος» «ο πιο δυνατός» «αυτός που δεν έχει χάσει ποτέ» η απάντηση σ’ όλα αυτά ήταν ο Βαγγέλης. Μου έλεγαν ότι είχε το μακρύτερο μακροβούτι απ’ όλους, τον έχαναν όταν έπεφτε κάτω απ’ το νερό και μόνο τις φυσαλίδες αέρα στην επιφάνεια παρακολουθούσαν και γι’ αυτό είχε και το χαρακτηριστικό «μπουρμπουλήθρας»- έτσι μου είχαν πει.

Έπαιζε καταπληκτικά: μπιλιάρδο, ποδοσφαιράκι, πινγκ πόνγκ μ’ ότι καταπιάνονταν το τερμάτιζε προπονιόταν σκληρά και αναζητούσε το τέλειο να γίνει καλύτερος. Γύρω του πλήθος τον παρακολουθούσε. Δεν τον είδα να χάνει τον έλεγχο ποτέ. Πολύ αυστηρός με τον εαυτό του, λάτρευε τις προκλήσεις, απολάμβανε το παιχνίδι και κάθε του κίνηση ήταν βαθειά μελετημένη. Πολλές φορές ήταν απρόβλεπτος δεν μπορούσες να υπολογίσεις την επόμενη κίνησή του. Δεν αισθανόταν λίγος ποτέ - τολμούσε πάντα. Η εξάσκηση και η βελτίωση ήταν γι αυτόν ανάγκη υπαρξιακή.

Είδα τους συμπαίκτες του να υποκλίνονται στην ανωτερότητά του όπως επίσης είδα κάποτε κι αυτός να ομολογεί στον αντίπαλό του (έναν επισκέπτη στη Νάξο που βρέθηκαν μέσα στου «Βαπόρια») μετά από μια εκπληκτική παρτίδα μπιλιάρδου ενώ τον είχε νικήσει ο Βαγγέλης του είπε: «Είσαι καλύτερος από μένα». Μεγαλείο ψυχής.

Ενώ πίστευε στον εαυτό του δεν είχε ίχνος έπαρσης ήταν πολύ διακριτικός και ήθελε να περνάει απαρατήρητος, μοναχικός . Ευγενικός πάντα μ εκείνο το ελαφρύ μειδίαμα στα χείλη αισθανόσουν ότι είναι πολύ σίγουρος για ότι κάνει.

Πριν μια εικοσαετία ο γιός μου παίζοντας Πάσχα με βεγγαλικά μ’ έναν φίλο του για πλάκα του έβαλαν φωτιά στη βάρκα του (κομμάτι της ζωής του) την προλάβανε στο τσακ. Πήγα τον βρήκα του ζήτησα συγνώμη του είπα να τον αποζημιώσω δεν δέχτηκε τίποτε. Γελώντας μου είπε «παιδιά είναι δεν πειράζει- δεν ήξερα ότι έχεις γιό τόσο μεγάλο».

Πριν από χρόνια είχαμε την χαρά να τον δούμε πάλι να παίζει ποδοσφαιράκι μαζί μας παρ’ ότι ήταν 65 ετών του ζητήσαμε να λάβει μέρος στο τουρνουά και δέχτηκε. Μου έκανε εντύπωση ότι μόνος του μέρες πριν τον αγώνα ήρθε να προπονηθεί να ελέγξει το χώρο το ποδοσφαιράκι. Δεν ήθελε απλά να περάσει την ώρα του ήθελε να κάνει μια εμφάνιση αντάξια της φήμης του αυτό τον ενδιέφερε να παίξει καλά όχι να σέρνεται ήθελε να κερδίσει. Παρ’ ότι ήξερε ότι τον θαυμάζαμε δεν μας είδε υπεροπτικά ποτέ και ήταν υπάκουος στους κανόνες του παιχνιδιού ήθελε να κερδίζει στα ίσια.

Δεν ήμουν κολλητός του, δεν κάναμε παρέα ήξερα όμως ότι με εκτιμούσε ίσως να αναγνώριζε τον θαυμασμό μου από παιδάκι γι’ αυτόν. Πίστευα ότι κάποτε θα πίναμε μια κούπα μαζί για να τον προκαλέσω να μου πει περισσότερα για κείνον δεν προλάβαμε.

Στην είδηση του θανάτου του σήμερα η αγορά της Νάξου πάγωσε. Όλοι ξαφνιάστηκαν γιατί θεωρούσαν ότι ο Βαγγέλης θα ζήσει πολλά πολλά χρόνια και δεν μπορεί να νικηθεί τόσο νωρίς.

Ο τελευταίος αγώνας γι’ αυτόν ήταν χαμένος. Δεν δίστασε να σταθεί όρθιος απέναντι στο Χάρο και να παλέψει- δεν τα κατάφερε. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα τον σκεπάσει. Είμαι σίγουρος ότι σε μια άλλη διάσταση με κάτι θα καταπιαστεί για να το κατορθώσει τέλεια».