Κι όμως ο κύριος Παύλος έκανε λάθος

Δεν υπάρχει κάποιος που να τον γνώρισε και να μην έχει να πει μια ιστορία. Διαφορετική. Άσχετη από το μπάσκετ. Ιστορίες που δείχνουν ποιος είναι. Όχι ήταν… Είναι και θα παραμείνει στο μυαλό, στην καρδιά και σε αυτές ακριβώς τις διηγήσεις όσων είχαν την μεγάλη τύχη να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι μαζί του, να μιλήσουν μαζί τους, να τον μάθουν λίγο καλύτερα. Ο ΚΥΡΙΟΣ Παύλος είναι από τους τελευταίους κρίκους μιας αλυσίδας, που δυστυχώς έχει σπάσει, πιο αγνών, πιο ειλικρινών παραγόντων και κυρίως ξεχωριστών ανθρώπων.

Της Σοφίας Γιαλλελή (ιστοσελίδα basketa.gr

Συγκροτημένο μυαλό, πανέξυπνος, απόλυτα επιτυχημένος επιχειρηματίας, γιγάντωσε την εταιρεία του βαδίζοντας προσεκτικά, κάνοντας ελιγμούς, παίρνοντας ρίσκα εκεί που έπρεπε, με την οικογένειά του πάντα σε πρώτο πλάνο. Στον Παναθηναϊκό ήταν αλλιώς. Το συναίσθημα κυριαρχούσε στη λογική τα περισσότερα χρόνια. Χρειάστηκε να γίνουν πολλά, να δει την ομάδα εκεί που ονειρευόταν και να καταλάβει για να ηρεμήσει… Λίγο, μην φανταστείτε… Όχι πολύ.

Ξυπνούσε πολύ νωρίς. Ήθελε να είναι από τους πρώτους στην ΒΙΑΝΕΞ. Θα έφευγε στις τρεις το μεσημέρι αν δεν είχε κάποιο ραντεβού. Φαγητό στο σπίτι, λίγη ξεκούραση και από τις έξι το απόγευμα υπήρχε (ξανά) ο Παναθηναϊκός. Τι έγραψαν, τι είπαν, ποιος τον έθιξε, ένα «γιατί» με παράπονο κάποιες στιγμές για κάποιους και ώρες ώρες «θυελλώδεις» αντιδράσεις. Και αν ο Γιάννης, ο Άρης, ή εγώ αργούσαμε να πάρουμε και λίγο, έπαιρνε αυτός: «Τι έγινε… μαφία; Δεν έχουμε τίποτα σήμερα; Μας ξεχάσατε;»

Μιλούσε με όλους, είχε άμεση επαφή, το τηλέφωνό του ήταν ανοιχτό για όλους. Αλλά κυρίως ήταν ο ίδιος. Με μια αφέλεια κάποιες στιγμές που σε έκανε να αναρωτιέσαι. Όπως όταν ήρθε στο ΟΑΚΑ με ένα καινούριο αυτοκίνητο που κλείδωνε μόνο του. «Ελάτε, ελάτε να δείτε…» Όλο χαρά σαν παιδί… Μέχρι βόλτα μας πήγε να μας το δείξει. Όχι με έπαρση, αλλά με χαρά… Ή όταν είχε έρθει στα γραφεία της «Αθλητικής Ηχούς», Κωνσταντινουπόλεως και Καβάλας, για μια συνάντηση με τον κ. Κλεομένη Γεωργαλά τότε, με το αυτοκίνητο αυτό. «Κύριε Παύλο, ήρθατε μόνος σας, χειμώνα, έχει βραδιάσει με τέτοιο αυτοκίνητο εδώ;»… «Ε, και; Πώς θα ερχόμουν αλλιώς;» Τι να απαντήσεις;

Τι έπαρση άλλωστε; Μια από τις πρώτες αναμνήσεις είναι από τη Λεωφόρο… Για τον Τύπο υπήρχαν δύο γραφειάκια στην εξέδρα πάνω, στο κέντρο. Έβρεχε έξω πολύ και κλασικά έσταζε μέσα στο γήπεδο. Και στο σημείο εκείνο. Το ξέραμε, πειραζόμασταν μεταξύ μας… Το είδε, ανέβηκε τα σκαλάκια και ήρθε και άνοιξε μια ομπρέλα από πάνω ο ίδιος για να μπορέσουμε να κάνουμε τη δουλειά μας, γιατί αισθανόταν άσχημα που αυτό γινόταν στο γήπεδο του Παναθηναϊκού.

Ήταν εκεί για όλους. Βοήθησε κόσμο, ακόμη κι αν δεν του το ζητούσε. Προσπαθούσε να κάνει το καλύτερο, μετάνιωνε για δικά του ξεσπάσματα, μάλωνε τον αδελφό του Θανάση για τα δικά του. Έκλεινε συμφωνίες εκατομμυρίων και την ίδια στιγμή σταματούσε στον καστανά κάτω από γραφεία της ΒΙΑΝΕΞ στην Σατωβριάνδου που είχαν γίνει και γραφεία του ΤΑΚ Παναθηναϊκός τότε, για να μας ρωτήσει αν θέλουμε «καστανάκια». Ή να στείλει τον καστανά σπίτι του για μια μέρα, αγοράζοντας… καστανάκια για όλους, θέλαμε δεν θέλαμε.

Εκεί στη Σατωβριάνδου έκανε και η παναθηναϊκή αυτοκρατορία του τα πρώτα βήματα. Χωρίς να ξεχνά την εταιρεία που τα έκανε όλα δυνατά. Μπαίνοντας είχε… ξεμείνει εκεί μια πλαστική γυάλα με λευκή βάση που είχε μέσα τα πρώτα φάρμακα που είχε κλείσει η ΒΙΑΝΕΞ. Κάποια στιγμή μεταξύ αστείου και σοβαρού του είχαμε πει «κ. Παύλο, μήπως να την βγάζαμε από εδώ, τώρα που είναι μόνο τα γραφεία του ΤΑΚ;» Γύρισε και χαμογέλασε. «Από αυτά, μπόρεσε να γίνει αυτό», είπε ήρεμα δείχνοντας με το χέρι όλο το χώρο, πριν μπει στο δικό του γραφείο.

Τον πίκραναν πολλοί άνθρωποι στην πορεία του. Περισσότεροι από όσοι θα ήθελε και πολύ περισσότεροι από όσους φαντάζεστε. Δεν ξεχνούσε τίποτα! Ούτε μισή λέξη… Αλλά περίμενε και συγχωρούσε. Το ίδιο έκανε με παίκτες που ήρθαν, που έφυγαν, με παράγοντες, με δημοσιογράφους. Ήξερε πως αυτός βάδιζε σωστά. Κι ας περίμενε χρόνια για εκείνη τη στιγμή στο Παρίσι, για το πρώτο πρωτάθλημα, για το πρώτο κύπελλο.

Η λαχτάρα του να πιάσει και να σηκώσει εκείνη την κούπα στο Παρίσι ήταν τόση που νόμιζες δεν θα το αποχωριστεί ποτέ. Η χαρά του όταν έκλεισε τον Ντομινίκ Ουίλκινς ήταν απτή… Σαν μικρό παιδί… «Έγινε, έγινε…» Και όταν είχε συμφωνήσει με τον Ντράζεν Πέτροβιτς, ο οποίος δεν έφτασε όμως ποτέ στην Αθήνα. «Θα λένε πως λέγαμε και ψέματα», μονολογούσε… Μέχρι που μας μάζεψε ο μάνατζέρ του στο Χίλτον για να μας πει πως όντως ήταν αλήθεια, ή να το επιβεβαιώσει η μητέρα του, Μπιζέρκα. Αλλά είχε και έτοιμη την ατάκα, όταν τον ρωτούσαμε για μια υποτιθέμενη μεταγραφή που είχε «κυκλοφορήσει»… «Ναι, ναι… Θα του δώσουμε τα κλειδιά της ΒΙΑΝΕΞ και μια μακαρονάδα!» Έδινε εκατομμύρια, ήταν εκεί σε πόσες προπονήσεις κάθε χρόνο και την πόρτα των αποδυτηρίων δεν την είχε περάσει παρά μόνο στο τέλος της χρονιάς για συγχαρητήρια και φωτογραφίες. «Άλλοι πάνε στο καφενείο, στα μπουζούκια, εγώ έρχομαι στις προπονήσεις… Η δική μου τρέλα είναι αυτή». Ήθελε να βλέπει τον Παναθηναϊκό μεγάλο, αλλά αυτό που τον ξεχωρίζει, είναι πως ήθελε και τον αντίπαλο μεγάλο “για να έχουν νόημα όλα αυτά”.

Έμαθε μέσα από λάθη βλέπετε… Κι έγινε καλύτερος σε όλα.. Πάντα είχε την ικανότητα να διαβάζει τους ανθρώπους. Να τους βλέπει και να καταλαβαίνει. Δεν χρειαζόταν και πολύ. Και σου έλεγε «άσε… ξέρω…» Άλλωστε η ατάκα του «θα συμμαχήσω και με τον διάβολο για το καλό του Παναθηναϊκού» έχει μείνει… ιστορική. Όπως και το μότο του αυτό το «ουδείς ασφαλέστερος εχθρός του ευεργετηθέντος». Ήξερε…

Η οικογένειά του, με τον Δημήτρη και την κυρία Δέσποινα στην κορυφή της δικής του λίστας,  ο Παναθηναϊκός, η ΒΙΑΝΕΞ ήταν το τρίπτυχο της ζωής του. Το ένα τροφοδότησε και στήριξε το άλλο και αυτός ήταν εκεί για να στηρίξει και τα τρία αυτά κομμάτια. Δουλεύοντας και προσπαθώντας κάθε μέρα. Με εντάσεις, φωνές, αλλά και ατελείωτη αγάπη.  

«Κορίτσι μου, τα νεκροταφεία είναι γεμάτα αναντικατάστατους»… Ήταν από τις ατάκες που επαναλάμβανε συχνά. Ακόμη και για τον ίδιο… Θα μας επιτρέψει να πούμε πως αυτή τη φορά έκανε λάθος…