To κλικ που συντάραξε τον κόσμο

Μπορεί μία φωτογραφία να αλλάξει τον κόσμο; Ναι, και τα παραδείγματα είναι αρκετά. Όμως, υπάρχουν και φωτογραφίες που προκαλούν ένα τέτοιο σοκ που δύσκολα μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει το ειδικό βάρος που έχει μία … άψυχη φωτογραφία. Ο αμερικανός φωτογράφος Κέβιν Κάρτερ θα μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που με ένα απλό κλικ συντάραξε την κοινωνία και προκάλεσε δεκάδες συζητήσεις για το εάν πρέπει να είναι ο φωτογράφος ή ο δημοσιογράφος πάνω απ’ όλα άνθρωπος και λιγότερο το μέσο μεταφοράς μίας είδησης… Και το πλήρωσε με τη ζωή του καθώς δεν άντεξε τις ενοχές…

Τι είχε συμβεί; Το Μάρτιο του 1993 ο Κέβιν Κάρτερ είχε ταξιδέψει, με το βοηθό του Ζοάο Σίλβα, στο νότιο Σουδάν για να φωτογραφίσει τις κινήσεις του τοπικού επαναστατικού κινήματος. Συγκλονισμένος από τις εικόνες φτώχειας και εξαθλίωσης που απαθανάτισε με το φωτογραφικό του φακό, ετοίμαζε ένα ρεπορτάζ για τα θύματα της πείνας που καθημερινά έχαναν τη ζωή τους. Όταν; “Έξω από ένα βρώμικο δωμάτιο είδα ένα παιδί, ένα κοριτσάκι γυμνό, να κείτεται στο έδαφος. Το φωτογράφιζα, όταν ξαφνικά είδα ένα όρνιο να στέκεται πίσω του και να περιμένει το θάνατό του. Σταμάτησα για 20 λεπτά, αλλά το πουλί παρέμενε εκεί. Το καταδίωξα, κάθισα σε ένα δέντρο και άρχισα να κλαίω…”. 

Λίγες μέρες μετά οι New York Times αγόρασαν τη φωτογραφία του, που δημοσιεύτηκε στο επόμενο φύλλο. Όμως, η φωτογραφία αυτή ήταν μια πρόκληση για την κοινή γνώμη. Πυροδότησε κραυγές διαμαρτυρίας. Γιατί δεν είχε βοηθήσει το κοριτσάκι; γιατί  προτίμησε να περιμένει και να βγάλει τη φωτογραφία;  Μετά από 14 μήνες, στις 23 Μαΐου 1994, ήρθε η επιβράβευση για τη συγκεκριμένη φωτογραφία. Ο Κέβιν Κάρτερ ανέβηκε στη σκηνή του Low Memorial Library του Πανεπιστημίου της Columbia και παρέλαβε το Pulitzer Prize for Feature Photography. Δεν έμελε να το χαρεί όμως ...

Λίγο μετά τη φωτογράφιση στο Νότιο Σουδάν, εμπιστεύτηκε σε φίλους ότι μετάνιωσε που δε σήκωσε το παιδί να το πάει στο σταθμό τροφοδοσίας. Που δεν αγνόησε τις γενικές δημοσιογραφικές οδηγίες, που θέλουν να μην αγγίζουν (για το φόβο των επιδημιών) τα θύματα οι δημοσιογράφοι. Πολλοί συνάδελφοι του τον κατηγόρησαν ότι “Κοιτάζοντας απλά το παιδί και φωτογραφίζοντάς το, έγινε και ο ίδιος ένα ακόμη, σύγχρονο, όρνιο…”. Μετά την απονομή του βραβείου Pulitzer, οι εφιάλτες του μεγάλωναν. Αρνιόταν να φάει, έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη, δε μιλούσε σε κανέναν. Με το λίγο κουράγιο που του είχε απομείνει, έλεγε: “αν δεν μπορείτε να βοηθήσετε πρακτικά να σωθούν αυτά τα παιδιά εκεί κάτω, φροντίστε να μάθετε τι γίνεται εκεί κάτω. Οι πιο πολλοί δεν ήξεραν αν το Σουδάν είναι χώρα ή αραβικό γλυκό”… Τουλάχιστον με αυτό του έργο στοίχειωσε όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί σημαντικά η αποστολή βοήθειας.

Πολλοί τον κατηγόρησαν, κάποιοι τον αμφισβήτησαν. Αυτός όμως την στάση του για μη παρέμβαση, στο δίλημμα, την πλήρωσε με τη ζωή του. Δύο μήνες μετά, στις 27 Ιουλίου 1994, ο Κάρτερ έφτασε με το αυτοκίνητό του, μέχρι τον ποταμό Braamfonteinspruit, πίσω από το πατρικό του σπίτι στο Πάρκμορ. Προσάρμοσε ένα λάστιχο στην εξάτμιση του αυτοκινήτου του και το κατεύθυνε στο εσωτερικό του οχήματος, κλείνοντας τα παράθυρα. Στα 34 του χρόνια έφυγε από τη ζωή, πνιγμένος από θλίψη, τύψεις και ενοχές… Το σημείωμα που βρέθηκε δίπλα του ήταν πολυσέλιδο, αλλά ακατάληπτο. Απευθυνόταν στον Ζοάο Σίλβα, τον άλλο αυτόπτη μάρτυρα εκείνης της τραγικής φωτογράφισης και μεταξύ άλλων έλεγε: “Αγαπητέ Θεέ, υπόσχομαι ότι δε θα πετάξω πια άλλο φαγητό στα σκουπίδια, όσο άνοστο κι αν είναι. Προσεύχομαι ότι θα προστατεύεις την ψυχή αυτού του παιδιού (…) πραγματικά, πραγματικά λυπάμαι… Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς σε σημείο ότι η χαρά δεν υπάρχει…”.

Πηγή: Έλενα Γαλανοπούλου, Περιοδικό “Καλειδοσκόπιο” [τ.30]