Μάμαλος, ο κούτσαβλος που του πετούσαν τσάντες στο κεφάλι

Όσοι ασχολούνται με τον αθλητισμό και δη την Άρση βαρών τον γνωρίζουν. Άλλωστε σε κάθε διοργάνωση είναι στο βάθρο. Κατέχει το Παγκόσμιο ρεκόρ στην κατηγορία του και πριν από τρεις ημέρες ανέβηκε στην κορυφή του Όλυμπου κατακτώντας το χρυσό μετάλλιο στους Παραολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο. Δάκρυσε, έκλαψε, φώναξε για την Ελλάδα, την μεγάλη του αγάπη. Αποθεώθηκε από τα ΜΜΕ που μίλησαν για τον «τιτάνα» και τον «γίγαντα». Κι όμως αυτός το «γίγαντας» που θα βρεθεί σε μερικές ημέρες στο Προεδρικό Μέγαρο για να δεχτεί τα συγχαρητήρια από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι προσγειωμένος γιατί ξέρει τι τον περιμένει μόλις κλείσουν τα φώτα της επικαιρότητας. Το έργο το γνωρίζει από τότε που ήταν στο Δημοτικό σχολείο… Όταν του πετούσαν τσάντες οι συμμαθητές του, όταν τον χαρακτήριζαν ως …κούτσαβλο, όταν τον έδιωχναν από τη τάξη με αποτέλεσμα να μην ολοκληρώσει καν το σχολείο… Αλλά και αργότερα. Όταν οι γνωστοί του, του γύρισαν την πλάτη, όταν αδυνατεί να αγοράσει μία μπλούζα ή να περπατήσει στο πεζοδρόμιο ή να πιει ένα καφέ….

Ααα δεν το καταλάβατε ε; Ναι σωστά. Μιλάμε για τον Παύλο Μάμαλη. Τον Παραολυμπιονίκη του Ρίο. Τον αρσιβαρίστα που έκανε πλάκα τους αντιπάλους του σηκώνοντας 238 κιλά (!!!) στη μπάρα… Αυτόν που δάγκωσε την ελληνική σημαία για να μην του την πάρουν όταν μπήκε στο στάδιο στην έναρξη των Αγώνων. Αυτόν που αύριο δεν θα θέλουμε να βλέπουμε δίπλα μας γιατί πολύ απλά είναι …κούτσαβλος. Ανάπηρος… σακάτης. Μέσα από την ιστοσελίδα Gazzetta.gr (αναδημοσίευση από περιοδικό σχολείου στο Περιστέρι) μας μιλάει για την ζωή του…. Και πραγματικά νιώθεις ένα κόμπο στη καρδιά γιατί ξέρεις ότι αυτά συμβαίνουν κάθε μέρα δίπλα μας… Αλήθεια, πότε θα αποδεχτούμε ότι και οι άνθρωποι με Ειδικές Ανάγκες είναι σαν εμάς; Πότε….

Ο Καναδάς

Όλα έδειχναν να πηγαίνουν κανονικά, για ένα παιδί όπως όλα τα άλλα που γεννήθηκε το 1971 στον Ασπρόπυργο με φυσιολογικό τοκετό. Τελείωσε το νηπιαγωγείο αλλά όταν άρχισε το δημοτικό, υπέστη πολιομυελίτιδα που τον χτύπησε στα δύο πόδια και τα νέκρωσε. Άλλες εποχές τότε, στην Ελλάδα στα μέσα του ’70 δεν υπήρχαν πολλές επιλογές και ταξίδεψε με τους γονείς του στον Καναδά, για να παλέψουν την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. «Εκεί κάνανε ό,τι μπορούσαν οι γιατροί και απλούστατα μου είπαν “μην κάνεις την εγχείρηση, γιατί είναι μια εγχείρηση πολύ επίπονη και πολύ επικίνδυνη για τον οργανισμό σου”. Mου είπαν ότι αρχίζει από πάνω, από τον αυχένα και ανοίγουν όλη τη σπονδυλική στήλη μέχρι κάτω όλο τον κορμό του ποδιού, δηλαδή ανοίγουν όλο το κεφάλι, την σπονδυλική στήλη, το αριστερό πόδι.. ανοίγουν τον άνθρωπο και ψάχνουν να βρουν το νεύρο το οποίο έχει πάθει την ζημιά, αλλά αυτό είναι πολύ επίπονο για κάποιον να την κάνει και είναι και πολύ επικίνδυνο. Tελικά με συμβούλεψαν οι γιατροί στον Καναδά να μην την κάνω, γιατί μπορεί να πειράξουν κανένα άλλο νεύρο και να μου νεκρωθούν και τα χέρια…» έχει πει ο ίδιος σε συνέντευξη του. Κι όπως αντιλαμβάνεστε, δεν την έκανε, αποδεχόμενος μαζί με τους γονείς του, τη νέα – απογοητευτική – πραγματικότητα της ζωής του.

Οι τσάντες

Και λέμε απογοητευτική γιατί η συνέχεια ήταν ακόμα χειρότερη από το ίδιο το πρόβλημα του! Ο ρατσισμός και ο κοινωνικός αποκλεισμός έγιναν πλέον η καθημερινότητα του στο σχολείο, ειδικά από τους άλλους μαθητές. Άντεξε μέχρι και την πέμπτη δημοτικού, μετά τα παράτησε: «τα παιδιά με κοροϊδεύανε, με λέγανε ανάπηρο, κούτσαβο και τέτοια πράγματα. Εγώ καθόμουν σε μια γωνιά και έκλαιγα, όταν κτύπαγε το κουδούνι και ανέβαιναν τα παιδιά πάνω, εγώ καθόμουν από κάτω και έκλαιγα. Μου πετούσαν τις τσάντες από το παράθυρο και μου ερχόντουσαν στο κεφάλι και με κορόιδευαν. Δεν με παίρνανε σε εκδρομές, δεν με παίρνανε σε πενταήμερες, καθόμουν μόνος στο σχολείο μέχρι να γυρίσουν τα άλλα παιδιά και έτσι κάποτε, όταν έφτασα στην έκτη δημοτικού, τα παράτησα το σχολείο τελείως και δεν πήγα γυμνάσιο», είναι τα συνταρακτικά λόγια του, πραγματική μαχαιριά στην καρδιά για όσους από εμάς μπορεί κάποτε στη ζωή μας να… κοροϊδέψαμε έναν άλλο Παύλο Μάμαλο.

Είσαι Ανάπηρος τι να σε κάνω

Αρχικά κλείστηκε στον εαυτό του αλλά στα 27 του βρήκε διέξοδο στην Άρση Βαρών…  Αγάπησε τη μπάρα, τα κιλά, τα σίδερα και από τότε δεν τα έχει αφήσει ούτε λεπτό. Το 2003 μάλιστα με παρότρυνση ενός ανθρώπου που τον είδε στο γυμναστήριο, άρχισε να ασχολείται σοβαρά με την άρση βαρών, φτάνοντας μάλιστα στην 6η θέση στους Παραλυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας. Ο αθλητισμός λοιπόν ήταν η διέξοδος ή μάλλον η μοναδική επιλογή για να ξεφύγει από το πρόβλημα του, καθώς ως τότε, κλεισμένος πάντα στο σπίτι του, ένιωθε να καταστρέφεται η ζωή του. Ο Παύλος Μάμαλος είναι πλέον συνειδητοποιημένος. Ξέρει τι του συμβαίνει και τι αντιμετωπίζει και δεν τον ενοχλεί καθόλου η κατάσταση του. «Η οικογένειά μου το έχει ξεπεράσει, όπως το έχω ξεπεράσει και εγώ. Ο κόσμος έξω φέρεται κάπως περίεργα. Να σας φέρω ένα παράδειγμα. Μίλησα με ένα φίλο παλιό και μου είπε «τι να σε κάνω ρε φίλε να βγω μαζί σου, είσαι ανάπηρος. Να βγούμε για καφέ, τι να σε κάνω;». Και λέω, εντάξει, γεια, γεια. Του το έκλεισα, τον έσβησα τελείως. Είναι μερικοί που δεν σε καταλαβαίνουν. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο. Άλλος έχει μηχανάκι, άλλος έχει αμάξι, πάει στη δουλειά και μπορεί να πέσει κάτω και να χτυπήσει, όπως ένας φίλος. Τώρα είναι σε καροτσάκι το παλικάρι, αλλά αυτόν τον πήρε από κάτω, έχει κλειστεί στο σπίτι, δε θέλει να ασχοληθεί ούτε με αθλητισμό ούτε με τίποτα, κλαίει τη μοίρα του. Ένας άλλος φίλος κι αυτός παντρεμένος, οδηγούσε νταλίκα στην Πάτρα, ντεραπάρισε και του κόπηκαν και τα δυο πόδια. Έχει δυο παιδιά και είναι κλεισμένος κι αυτός στο σπίτι.»

Ευτυχία εναντίον Δυστυχίας

Μαθημένος στις… ανηφοριές και με τη δύναμη του αθλητισμού, ο ατσάλινος Παύλος δεν το έβαλε ποτέ κάτω. Στα 35 του έμαθε για το Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας και ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο, στιγμή που περιγράφει ως την πιο ευτυχισμένη της… μαθητικής του ζωής. Παντρεύτηκε αλλά και συνέχισε τις προπονήσεις παρότι έπαιρνε τις οδηγίες μέσω φαξ από τον προπονητή του που ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Όσο για επαγγελματική αποκατάσταση, καμία, καθώς παρά τα παραολυμπιακά μετάλλια είναι άνεργος και ζει από το επίδομα που παίρνει λόγω αναπηρίας. Ωστόσο, αυτός ο γίγαντας στα χέρια και στην καρδιά δεν ορίζει ως δυστυχία όλα όσα του έχουν συμβεί αλλά λέει: «δυστυχία είναι να μην έχεις να φας, να μην έχεις δουλειά, να μην ασχολείσαι με τίποτα. Βλέπω καμιά φορά ανθρώπους να ψάχνουν στους κάδους, γιαγιάδες, παππούδες που πηγαίνουν στις λαϊκές και βουρκώνω, τρελαίνομαι και λέω, γιατί να μας καταντήσουν έτσι;» Τα μαθήματα ζωής από τον 45χρονο υπεραθλητή συνεχίζονται και στον ορισμό της ευτυχίας: «Ευτυχία είναι τα πάντα. Αυτό που έφερα στη χώρα μου είναι ευτυχία, που ξημερώνει και πάω στο δικό μου γυμναστήριο και κάνω προπόνηση είναι ευτυχία. Για μένα όλα είναι ευτυχία. Και που είμαι σε αυτή τη κατάσταση, είναι ευτυχία. Αν ήμουν φυσιολογικός άνθρωπος και με πάταγε μια νταλίκα, πού θα ήμουν τώρα; Ενώ τώρα είμαι ευτυχισμένος…»

Η Καθημερινότητα

Όσοι τον ξέρουν, μιλούν για έναν άνθρωπο που μόνο χαμογελά. Εκτός από τις στιγμές που αναφέρεται στα εμπόδια που βάζουμε στους ανθρώπους με αναπηρία. «Ρατσισμός είναι εκεί που μας πιάνουν τις ράμπες και δεν μπορώ να παρκάρω, δεν έχουμε κράσπεδα να περπατήσουμε. Πάμε σε ένα μαγαζί θέλουμε να αγοράσουμε ένα μπλουζάκι και δεν μπορώ να μπω, γιατί έχει σκαλιά. Δεν είναι όλα τα μαγαζιά προσβάσιμα, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν μαγαζιά προσβάσιμα. Δηλαδή, εγώ για να ψωνίσω, πρέπει να πω σε πολυκατάστημα και αν θέλω να πάω στο Περιστέρι, να πιω έναν καφέ, δεν υπάρχει καφετέρια προσβάσιμη. Φαρμακείο ή εστιατόριο; Ακόμα πιο δύσκολα. Πρέπει να έχουν ράμπες και οι τουαλέτες να είναι προσβάσιμες. Στο εξωτερικό τα πάντα είναι προσβάσιμα, ακόμα και τα μέσα μεταφοράς.»