Νάξος: Ενα ταξίδι στο χρόνο και δη στο Νιο Χωριό

ΝΙΟ ΧΩΡΙΟ στη Νάξο - Μια γειτονιά κάτω απο το φώς του φεγγαριού
"Στενά και βρώμικα του Νιο Χωριού σοκάκια
ντουβάρια ασβέστωτα κι ερειπωμένα 
σπίτια, το Σαν Μπουρταλαμιό, τα Δεντρουλάκια
μέρη γνωστά, παλιά κι αγαπημένα….." 
(Φώτης Πελαγίτης, κατά κόσμο Σπύρος Κιουλαφής)

Του Ευστράτιου Φουτάκογλου (social media

....... κάνοντας ένα μικρό περίπατο στα όμορφα και γεμάτα ζωή σοκάκια του Νιο Χωριού. Θέλω να ξαναθυμηθώ τις ταβέρνες με τις μικρές ξύλινες ταμπέλες που έγραφαν «οπωροπαντoπωλείο», «οινοπαντοπωλείο», «καφεζυθεστιατόριο», να θυμηθώ τις επιχειρήσεις της εποχής, «υποδηματοποιείον», «υαλοπωλείο», «φούρνος με ξύλα» κ.ά. Να θυμηθώ το ατελιέ, εργαστήριο ζωγραφικής του Γιώργου Σάλτη που με πολύ μεράκι και μαεστρία έπλεκε τα χρώματα στους καμβάδες του, τους οποίους έστηνε πάνω στα αυτοσχέδια καβαλέτα. 

Να θυμηθώ τις καλοκάγαθες γυναίκες - επιχειρηματίες τις γειτονιάς μου, τη «Τηνιακιά», την «Αλέκαινα» ή τη «Μακρήδαινα», οι οποίες είχαν τα μαγαζιά τους σε απόσταση αναπνοής η μία από την άλλη. Εκεί, σ' αυτά τα μαγαζιά μας στέλνανε οι μανάδες μας να πάρουμε μια ρέγκα ή καμιά παστή σαρδελα για να συνοδεύσουμε τα καλομαγειρεμένα όσπρια. Μέσα σε αυτά τα mini market ... έβρισκες αλεύρι, μακαρόνια ή ρύζι, όσπρια, τον απαραίτητο για το φαγητό τοματοπελτέ και άλλα πολλά καλούδια χρήσιμα στην καθημερινή ζωή.

Εκεί μέσα βρίσκαμε καμιά φορά τους παππούδες μας με τις παρέες τους , χαμάληδες στη σκάλα, δουλεμένους ανθρώπους που ο ήλιος είχε χαράξει τα πρόσωπά τους και τα χέρια τους γεμάτα ρόζους, αφού έβγαζαν δυό μεροκάματα τη μέρα, πήγαιναν μετά στο καπηλειό για κανένα μισόκιλο ... έως που έφτανε πολλές φορές και τις 5 οκάδες.!!!! Μεζές τους ένα κορνεμπίφ, λίγες ελιές, κανένα κρεμμύδι και αν περίσσευε καμιά δραχμή παραπάνω παράγγελναν καμιά τηγανιτή μαρίδα ή κανένα κεφτεδάκι.

Τα απογεύματα γέμιζαν τα πεζούλια κόσμο, κύρίως με γυναίκες που κουτσομπόλευαν και γύρω τα παιδιά να παίζουν. Εκεί στα δενδρουλάκια που ο χώρος καλούσε παιδιά από τη γειτονιά για κρυφτό, κυνηγητό, φούσκο, κλέφτες και ασυνόμοι, τσίλι και βεζίρη. Αλλά και κουτσό για τα κορίτσια, «τα μήλα» για όλους μας και μπάλα πολύ μπάλα.

Όταν μαζευόμαστε πολλοί και χωριζόμαστε στις δύο ομάδες θέλαμε πολύ χώρο και απλώναμε έτσι που τα δύο τέρματα ξέφευγαν από την ευθεία και ο ένας τερματοφύλακας δεν έβλεπε τον άλλον εκτός και αν έπαιζε μπακότερμα. Μας έπιανε η νύχτα στο παιχνίδι και τότε έβγαιναν οι μανάδες μας με τις δυνατές τους φωνές να μας μαζέψουν. Τι φωνές θεέ μου ήταν εκείνες της Φιλισσίας και της Πετρινόλας, παίζαμε στο Γυμνάσιο και τις ακούγαμε που έβγαινα στη πόρτα (πάνω από 500 μέτρα) και φώναζαν Γιάννηηηη, Σταμάτηηη Βαγγέληηηηη!! Είχα ακούσει απο περιγραφές ότι έβγαιναν στην Αγία Παρασκευή ή στο Μπραντούνα και φώναζαν τους άντρες τους που ψάρευαν στα Ποριά,μ στον Αη Γιώργη.!!! Έπρεπε βλέπεις την ώρα του φαγητού να κάτσουν όλοι στο τραπέζι.

Αυτά νοσταλγώ και σκέφτομαι πόσο πιο ανθρώπινη ήταν η κοινωνία τότε, πόσο πιο γαλήνια η ψυχή σου όταν αντίκριζες τέτοιους ανθρώπους. Θυμάμαι ακόμη το γανωτζίδικο του Φουρνιστάκη, το τσαγκαράδικο του Στέλιου Περάκη, το παντοπωλείο με τα πιθάρια («τζάρες») του Γεώργιου Καρελέμογλου, του Γιώργη του Πρόσφυγα, που έστηνε τέντες με βιολιά και γίνονταν τα χωραϊτικα πανηγύρια της Αγίας Θοδοσιάς, της Αγίας Παρασκευής, της Θεοσκέπαστης. 

Τα χρόνια περνούσαν και οι νοικοκυρές χήρευαν, ως επί το πλείστον οι γυναίκες... γιαυτό και έλεγαν όταν χτυπά η καμπάνα πένθιμα ρωτάς "ποιός πέθανε΄" και όχι ποιά ...... Εμείς μεγαλώναμε, οι επιχειρήσεις εξελισσόταν, οι παλιές έκλειναν. Οπωροπαντοπωλεία έμειναν μόνο της κερά Ρήνης (Βουτσίνου) και της κερά Κούλας (Βαθραλοίτη). Ταβέρνα έμεινε μόνο αυτή του Βαγγέλη Τουλούπη «Τα μπακαλιαράκια», τότε πια είχαμε μεγαλώσει ... τα πίναμε και μείς.......

Ατέλειωτες οι ιστορίες και οι περιγραφές τι να πρωτοθυμηθείς και τι να πρωτογράψεις. .....