Νάξος: Οταν ο "Συριανός" με 138 km/h διέλυσε το λιμάνι του νησιού

Λένε ότι η θάλασσα είναι το πιο άγριο θηλυκό αλλά όπως αναφέρει ο Ιούλιος Βερν «Η θάλασσα είναι το παν. Καλύπτει τα 7/10 της γήινης σφαίρας. Η ανάσα της είναι αγνή και υγιεινή. Είναι μια απέραντη έρημος όπου ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ποτέ μόνος, γιατί η ζωή στροβιλίζεται από όλες τις πλευρές». Όμως, τι θα ήταν η θάλασσα χωρίς τον άνεμο; Όπως λέει και η λαϊκή παροιμία «Η θάλασσα είναι γαλανή μα ο αγέρας τη μαυρίζει». Κάτι που σημαίνει ότι είναι αλληλένδετα αυτά τα στοιχεία της φύσης. Και μερικές μάλιστα φορές, η θάλασσα είναι η αδικημένη καθώς πληρώνει τις αμαρτίες του …αέρα. Το θυμίζει σε όλους μας ο Δημήτρης Καμπούρογλου τονίζονται «Όλοι βρίζουν την θάλασσαν, ενώ πταίει ο άνεμος». Γιατί όμως τα λέμε όλα αυτά; Πολύ απλά η σχέση του ανέμου με τη θάλασσα μπορεί να δημιουργήσουν μία μετεωρολογική βόμβα που στο διάβα της είναι σε θέση να διαλύσει τα πάντα. Όπως στις 22 Ιανουαρίου του 2004 όταν η Νάξος γνώρισε από πρώτο χέρι τι σημαίνει «Θεομηνία», «εικόνες σοκ» μέσα από τις σελίδες μίας βιβλικής καταστροφής…. 

75 κόμβοι
Οσα χρόνια κι εάν περάσουν κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει... Εκείνη την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2004, ο «Συριανός» (σ.σ. Βορειοδυτικός άνεμος) χτύπησε σε ανύποπτο χρόνο το νησί και για περίπου 12 ώρες "μαστίγωνε" χωρίς έλεος όχι μόνο το λιμάνι και τη πόλη της Χώρας, αλλά σχεδόν όλο το νησί. Η εφημερίδα «Κυκλαδική» την επόμενη ημέρα είχε ως πρωτοσέλιδο «Μετεωρολογική βόμβα έπληξε τα νησιά των Κυκλάδων" Και η καταμέτρηση είχε ως απολογισμό: ένα λαβωμένο λιμάνι στη Νάξο (σ.σ. ποτέ δεν μπόρεσε να αντιδράσει η Νάξο απ' αυτό) αλλά και ανάλογες ζημιές σε Κέα, Αμοργό, Κουφονήσι, Τήνο, Άνδρο, Σαντορίνη. Με βάση το αρχείο της εφημερίδας διαβάζουμε ότι στη Κέα είχε «βουλιάξει» το μισό λιμάνι, στην Τήνο «το χιόνι είχε φτάσει στο ένα μέτρο στα ορεινά και το νησί είχε μείνει χωρίς ρεύμα για 25 ώρες» ενώ στη Σαντορίνη «το νησί έμοιαζε να …περπατάει». Ναι αυτοί ήταν οι τίτλοι των σχετικών άρθρων που περιέγραφαν την συνέπειες αυτής της …βόμβας που πάντως είχε προειδοποιήσει δέκα περίπου μέρες νωρίτερα όταν είχε «χτυπήσει» σε μικρότερη κλίμακα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Και όταν λέμε μετεωρολογική βόμβα πολύ απλά μιλάμε για ανέμους που τρέχουν με ταχύτητα 75 κόμβων (!!!) όπως είχε καταγραφεί από τον μετεωρολογικό σταθμό εκείνο το πρωινό της 22ης Ιανουαρίου πριν τεθεί εκτός μάχης από μία τέντα που είχε φύγει από το διπλανό Ξενία (σ.σ. νυν Δημαρχιακό μέγαρο) σπάζοντας τις κεραίες του σταθμού. Και οι 75 κόμβοι μεταφράζονται σε 138 περίπου χιλιόμετρα την ώρα ήτοι 14 περίπου μποφόρ με το ύψος του κύματος πολύ απλά να περνάει την προβλήτα του λιμανιού και να σκεπάζει τα πάντα στο πέρασμά του…

Μπαχάρισε
Απόλυτος πρωταγωνιστής εκείνης της ημέρας ο Αντώνης Ξαγοράρης. Ενα πρόσωπο αγαπητό στην κοινωνία της Νάξου και ο οποίος είχε την διαχείριση του δημοτικού καταστήματος στο κεφαλόσκαλο και για …καλή του τύχη είχε μείνει εγκλωβισμένος στο κατάστημα για περίπου 12 ώρες, καθώς είχε μεταβεί το πρωί στις 5 για να ανοίξει το μαγαζί του όπως έκανε κάθε μέρα και έφυγε τελικά λίγο πριν τις πέντε το απόγευμα και μετά από μία …καταδρομική προσπάθεια που είχε κάνει ο γιος του Μάρκος και ο γαμπρός του Στέλιος, ώστε να τον απεγκλωβίσουν με τη άγρια θάλασσα πραγματικά να δείχνει τα δόντια της… Δεν έκρυψε ποτέ ότι εκείνη η ημέρα τον είχε σημαδέψει και μάλιστα ένας φίλος του φωτογράφος (σ.σ. από το Διδυμότειχο) του έχει χαρίσει μία φωτογραφία σε μεγέθυνση που απεικονίζει τη φουρτουνιασμένη θάλασσα να χτυπά με ορμή το κατάστημα όπου για αρκετά χρόνια δούλεψε. Και την κράτησε ως ενθύμιο εκείνης της ημέρας, βρίσκεται δε κρεμασμένη στο σαλόνι του σπιτιού και μας την παραχώρησε η οικογένειά του πριν από δυο χρόνια... Το 2014 μιλώντας στην εφημερίδα "Κυκλαδική" μας είχε πει. «Μπορώ να την ξεχάσω εκείνη την ημέρα; Από το προηγούμενο βράδυ είχαμε ενημερωθεί ότι θα υπάρχουν ακραία καιρικά φαινόμενα και υπήρχε απαγορευτικό. Το επόμενο πρωί γύρω στις 5 υπήρχε απόλυτη άπνοια. Η θάλασσα ήταν λάδι, να την πιεις στο ποτήρι. Όμως σιγά σιγά άρχισε να …μπαχαρίζει και γύρω στις 9 ο Γιακουμής Βιτσαράς, λεμβούχος μου είπε «Αντώνη, κλείσε το μαγαζί, μπαχαρίζει η θάλασσα, άντε να φεύγουμε». Του είπα να προχωράει γιατί θα έπρεπε να κλείσω το μαγαζί και χρειαζόμουν μάξιμουμ δέκα λεπτά. Να μαζέψω τα πράγματα. Καράβι δεν είχε. Αλλά… Η «κατεβασιά» της θάλασσας ήταν ξαφνική, χωρίς προειδοποίηση. Τα κύματα άρχισαν να έρχονται συνεχόμενα και όλη η προβλήτα αίφνης χάθηκα. Δεν μπορούσα να φύγω και έτσι έμεινα στο μαγαζί. Σκέφτηκα, «πόσο θα κρατήσει»….

Γαντζωμένος
Τελικά κράτησε πολύ. Και ο κ. Ξαγοράρης φοβήθηκε. «Ναι φοβήθηκα. Αυτό που έβλεπα δεν είχε προηγούμενο. Η μανία του ανέμου ήταν απερίγραπτη. Χτυπούσε και λύγιζε τα σίδερα. Ήμουν γαντζωμένος στη πόρτα της εισόδου και έβλεπα τη κάσα του βορεινού παραθύρου να μπαίνει μέσα. Τέσσερις πέντε πόντους είχε πάει μέσα. Μπορεί να το καταλάβει κανείς αυτό; Το κτήριο έτρεμε, λες και ήθελε να το πάρει και να φύγει…. Και το μαγαζί γέμιζε από νερό, άμμο με τις καρέκλες, τα τραπέζια να μοιάζουν χάρτινα στη μανία του καιρού. Τα στέγαστρα των επιβατών που περίμεναν είχαν αρχίσει να λυγίζουν όπως και τα βορεινά κάγκελα που είχαμε ως προστασία του καταστήματος. Πρώτη φορά είδα στη ζωή μου τα σίδερα να λυγίζουν από τον αέρα. Το «Στέλλα» ένα motor ship που ήταν δεμένο στη προβλήτα ήταν έτοιμο να ανέβει πάνω, ενώ ένα γκαζάδικο, το «Ιωάννης Κ» μόλις άρχισε η θεομηνία άφησε το μόλο και βγήκε αρόδου. Εκείνοι ήταν που τα χρειάστηκαν περισσότερο». Η …λύτρωση ήρθε γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, όταν «κάποια στιγμή ήρθαν τα παιδιά μου, ο γιός μου ο Μάρκος και ο γαμπρός μου ο Στέλιος. Πέρασαν με το αυτοκίνητο, είχε κοπάσει κάπως ο καιρός. Όμως, είχαμε και εκεί Άγιο, κι αυτό γιατί σε κάποια στιγμή ο αέρας σήκωσε το αυτοκίνητο. Εκεί στο ύψος της γλίστρας που είναι σήμερα. Τότε ήταν το κτήριο το λεμβούχων κι εάν δεν υπήρχε ένας στύλος και ένας σκουπιδοτενεκές που λειτούργησαν ως αντίσταση καθότι σφηνώσαμε, δύσκολα θα είχαμε αποφύγει την πτώση στη θάλασσα από την άλλη πλευρά του μόλου».

Απολογισμός
Η επόμενη ημέρα, δύσκολη καθότι ήταν ημέρα καταμέτρησης ζημιών. Ο …Συριανός είχε αφήσει έντονα τα σημάδια του στη προβλήτα της Νάξου. Κομμένη στη μέση, τα στέγαστρα διαλυμένα, βομβαρδισμένο τοπίο και η άμμος να έχει γεμίσει το μαγαζί. «Τα είχε πάρει όλα. Το μαγαζί είχε τουλάχιστον 20 πόντους νερό, η άμμος είχε γεμίσει την αυλή του. Μου είπαν κάνε χαρτιά για να αποζημιωθείς. Δεν πήρα τίποτα. Όμως και το λιμάνι ήταν σε κακή κατάσταση. Λες και το είχε κόψει σαν βούτυρο στη μέση. Ήρθε ο τότε Δήμαρχος, έφερε βουτηχτές, ήρθαν λιμενολόγοι με ελικόπτερο. Ο δύτης δεν θυμάμαι ποιος ήταν (σ.σ. ένας εκ των Πιτταρά ή Δρύλλη) μας είπε ότι η προβλήτα είχε ξεκουφώσει, ότι υπάρχει κίνδυνος να κάτσει με το παραμικρό. Πλοίο δεν ήρθε για αρκετές ημέρες. Και όταν ήρθε ήταν προσεκτικοί όλοι. Πως θα πλευρίσει, να μην χρησιμοποιεί τις προπέλες. Τα αυτοκίνητα μετά φόβου κατέβαιναν και κινούνταν στο χώρο. Για περίπου ένα χρόνο το λιμάνι δεν λειτουργούσε κανονικά. Έγιναν ενέσεις, αλλά κυρίως επιφανειακές εργασίες. Δυστυχώς θα έπρεπε να κάνουν περισσότερες και κυρίως πιο αποφασιστικές κινήσεις ώστε να λύσουν άμεσα το πρόβλημα. Όμως, δεν έγιναν και αυτό το πληρώνουμε έως σήμερα. Τα σημάδια των καιρών είναι στο κορμί του λιμανιού. Σε κάθε κακοκαιρία και ένα ακόμη …σημάδι είτε μιλάμε για γαρμπή, είτε για σορόκο ή και για βοριά".