Νάξος: Τα βιολιά, η παράδοση και ο Ευριπίδης Κουνάδης

«Δεν υπάρχει ανθρώπινη πράξη που να τελείται χωρίς μουσική» αναφέρει ο θεωρητικός της μουσικής Αριστείδης Κοϊντιλιανός στο Περί Μουσικής έργο του. Αιώνες ιστορίας και πολιτισμού στη διάρκεια των οποίων όλα αλλάζουν, Φυλές έρχονται και παρέρχονται, αυτοκρατορίες δημιουργούνται και μετά εξαφανίζονται, θεωρίες και φιλοσοφίες διαδέχονται η μία την άλλη, ανθρώπινες ζωές κυοφορούν τις επόμενες γενιές πριν κλείσει ο κύκλος τους. Όλα κυλούν ωστόσο πάντοτε υπό τον ήχο της μουσικής. Ένα δώρο των θεών στον άνθρωπο, αιώνια αξία. 

Της Ρενέ Νικολάου (artic.gr

Η μπουκαπόρτα του πλοίου κατεβαίνει με θόρυβο και η θέα του κυκλαδίτικου νησιού απλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τα συναισθήματα πολλά, ανυπομονησία, ενθουσιασμός και συνάμα  ανακούφιση, καθώς για άλλη μια χρονιά οι καλοκαιρινές διακοπές, μόλις αρχίζουν! Το επιβλητικό μνημείο της Πορτάρας, που στέκει αγέρωχο στο νησάκι δίπλα στο λιμάνι της Νάξου αιώνες τώρα, μας μαγνητίζει και μας καλεί για άλλη μια χρονιά να εξερευνήσουμε και να απολαύσουμε τις ομορφιές του νησιού. 

Μια σύγχρονη ζωγραφική απεικόνιση της Αριάδνης στη Νάξο, από τον Vanterlyn. Η Αριάδνη στη Νάξο ήταν ανά τους αιώνες ένα προσφιλές θέμα για μουσικούς και ζωγράφους σε ολόκληρο τον κόσμο.

Η Νάξος είναι το μεγαλύτερο νησί των Κυκλάδων. O Δίας, ο πατέρας «ανδρών τε Θεών» κατά τους αρχαίους Έλληνες, λέγεται ότι γεννήθηκε στην Κρήτη, στη σπηλιά Ιδαίον Άντρον, αλλά μεγάλωσε στη Νάξο, και έτσι το ψηλότερο βουνό του νησιού πήρε το όνομά του (Ζευς ή, για τους ντόπιους, Ζας, 999 μ.) εκεί υπάρχει επιγραφή σε ακατέργαστο όγκο μαρμάρου στο μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή του βουνού – Ζευς Μηλώσιος – δηλαδή ο προστάτης των προβάτων – επιγραφή που καθορίζει τα όρια του τεμένους του αφιερωμένου στο μεγάλο θεό. Είναι, επίσης,το νησί του Διονύσου και της Αριάδνης, που σύμφωνα με την μυθολογία, στο «νησί του Βάκχου» ή Παλάτια όπως λέγεται το νησάκι που στέκει πάνω του η Πορτάρα και μόλις το 1919 συνδέθηκε με το υπόλοιπο νησί, ο Θησέας εγκατέλειψε την Αριάδνη επιστρέφοντας από την Κρήτη, όπου είχε σκοτώσει τον Μινώταυρο με τη βοήθεια της και από εδώ την απήγαγε ο Διόνυσος με την ακολουθία του και την έκανε σύζυγό του.

Το πιο εύφορο νησί των Kυκλάδων, οι κάτοικοί του είναι κατά βάση γεωργοί και κτηνοτρόφοι και κάποιοι από αυτούς ασχολούνται με την εξόρυξη του κατάλευκου μαρμάρου της Νάξου. Η γεωγραφική της θέση την καθιστά ανά τους αιώνες μία κεντρική αρτηρία για την κυκλοφορία αγαθών αλλά και ιδεὠν από τον Ασιατικό χώρο στον Ευρωπαϊκό και το αντίστροφο.
   Πρώτοι κάτοικοι της Νάξου θεωρούνται οι Θράκες, οι οποίοι έμειναν στο νησί για διακόσια περίπου χρόνια. Τους διαδέχθηκαν οι Κάρες, που ήρθαν από τη Μ. Ασία έχοντας επικεφαλής το βασιλιά Νάξο, που επέβαλε το όνομά του στο νησί. Ωστόσο πέρασαν και άφησαν έντονα τα ίχνη τους πολλές φυλές, ανάμεσά τους Πελασγοί, Δωριείς, Φοίνικες, Αιγύπτιοι, Κρήτες, Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Μακεδόνες, Φράγκοι και Τούρκοι. Πολύπαθη από εσωτερικές αναταραχές, με Λατίνους και Έλληνες άρχοντες, στόχος των πειρατών, υπήρξε έδρα του Δουκάτου του Αιγαίου.
   Η μακριά περίοδος της Φραγκοκρατίας και τα καταπιεστικά βενετσιάνικα διατάγματα δεν κατάφεραν να αλλοτριώσουν τους κατοίκους της, που ουδέποτε αφομοίωσαν τις ξένες συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα των κατακτητών, ούτε καν συμπεριέλαβαν λέξεις και εκφράσεις στο λεξιλόγιό τους, όπως συχνά συναντάμε σε άλλα νησιά.

Στο νησί υπάρχουν πολλές βυζαντινές εκκλησίες. Η κοιλάδα της Τραγαίας ονομάζεται και «μικρός Μυστράς» λόγω των πολλών εκκλησιών που είναι σπαρμένες παντού. Κάποιες από αυτές τις εκκλησίες χτίστηκαν κατά την περίοδο της Εικονομαχίας και φέρουν τοιχογραφίες με «ανεικονικό διάκοσμο», τοιχογραφίες δηλαδή που δεν απεικονίζουν αγίους, αλλά γεωμετρικά σχήματα και φυτά. 

 Τόπος καταγωγής του μεγάλου μας θεατρικού συγγραφέα Ιάκωβου Καμπανέλη, πάνω απ᾽ όλα, η Νάξος είναι το νησί της μουσικής, της ποίησης, των στιχοπλόκων, των χορευτάδων και οργανοπαιχτών, το νησί των λαϊκών πανηγυριών. Να σημειώσουμε ότι στη Νάξο βρέθηκε η  Πρωτοκυκλαδική επίκρουστη πλάκα με χορευτική παράσταση, καθώς και στα νερά της βρέθηκαν τα διάσημα αγαλματίδια του «Αυλητή» και του «Αρπιστή της Κέρου». 

«Ο αρπιστής της Κέρου», και «Ο αυλητής της Κέρου».

Όπως αναφέρεται και στο βιβλίο «Παιχνίδια και παιχνιδιάτοροι του χορού στη Νάξο» του καθηγητή Σταύρου Σπηλιάκου, η Νάξος ως μικρόκοσμος και υποσύστημα της κυκλαδικής πολιτείας, εμφανίζει όλα εκείνα τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά, τα οποία ιστορεί η παράδοσή της εδώ και 8.000 χρόνια. Ο λαϊκός της πολιτισμός, στον οποίο ανήκει και το τρίπτυχο του χορού, της μουσικής και του τραγουδιού δεν αναχαιτίστηκε, δεν διεκόπει ούτε από τους επί 500 χρόνια Φράγκους κατακτητές. Το νησί βαφτισμένο μέσα σ᾽ αυτόν τον ιστορικό, πολιτιστικό πλούτο συνεχίζει μέχρι και σήμερα να δημιουργεί πολιτισμό, αντλώντας δύναμη από την παράδοσή του.

Οδοιπορικό στη Νάξο.. Οδηγός ο Ευριπίδης Κουνάδης 

Και με αυτό το κομμάτι του χαρακτήρα της Νάξου θα συνεχίσουμε το οδοιπορικό μας. Σύντροφος και καθοδηγητής μας ο παραδοσιακός βιολάτορας, ο Αξιώτης, Ευριπίδης Κουνάδης.

ευριπίδης κουνάδης

Συναντήσαμε τον κ. Ευριπίδη στο μικρό ταβερνάκι στην προβλήτα του λιμανιού. Το μάτι μου έπεσε πάνω στη θήκη του βιολιού ακουμπισμένη δίπλα του. Η φυσιογνωμία του ενέπνεε ηρεμία και αυτάρκεια. Όπως θα μας εξομολογηθεί αργότερα, το βιολί είναι ο σύντροφός του, αφού η γυναίκα του δε ζει πια και τα παιδιά του έχουν μεγαλώσει.
Γεννήθηκε το 1930 στο χωριό Κινίδαρος της Νάξου. Μόλις 16 χλμ. από τη χώρα της Νάξου, ο Κινίδαρος είναι ένα χωριό κτισμένο σε μια πετρώδη πλαγιά απένταντι από το βουνό μικρός Ζα, σε υψόμετρο 400μ. που λούζεται από το πρωί ως το βράδυ, χειμώνα-καλοκαίρι στο φως του ήλιου. Τον επισκέπτη που θα ανεβεί στον Κινίδαρο μέσω Μελάνων, θα υποδεχτεί ο φύλακας και προστάτης του χωριού Άγιος Γεώργιος, ενοριακός του ναός.  Οι κάτοικοί του, ως επί το πλείστον, ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και ορισμένοι με την εξόρυξη μαρμάρου. Αυτό το χωριό, των 400 περίπου μόνιμων κατοίκων, όσο μικρό κι αν φαίνεται ήταν και είναι πηγή χαράς. Δικαίως οι ξένοι περαστικοί, γοητευμένοι από τον εύθυμο τρόπο ζωής των κατοίκων του το ονόμασαν «Απίκραντο». Κι αυτό όχι γιατί εκεί βασιλεύει διαρκώς η ευτυχία, αλλά γιατί μία ρίμα, ένα τραγούδι ή ένα μοιρολόι, είναι αρκετά για να σκορπίσουν γρήγορα της πίκρας τα νέφη.

Είναι ένας τόπος, που όπως λέει και η παράδοση, «προέρχονται από φυλή οργανοπαιχτών και χορευτών» και οι κάτοικοί του σχεδόν με μανία διατήρησαν την παράδοσή τους στη μουσική και το χορό. Από αυτό το χωριό, άλλωστε, κατάγονται και οι Κονιτόπουλοι, η γνωστή οικογένεια παραδοσιακών μουσικών, που έκανε το άκουσμα της νησιώτικης μουσικής ευρύτερα γνωστό και το έφερε στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Αν και δεν κατάγονταν από μουσική οικογένεια, από μικρό παιδί, ο Ευριπίδης Κουνάδης, θαύμαζε τους μουσικούς του χωριού του και τους παρατηρούσε προσεχτικά. Δεν κατάφερε όμως να διδαχθεί απ᾽ αυτούς μιας και οι καταξιωμένοι μουσικοί σπάνια έδειχναν στους νεότερους τα μυστικά της τέχνης τους, γιατί όπως ήταν φυσικό, ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος, σε ένα τόπο τόσο μικρό. Εκείνη την εποχή, όπως μας αφηγήται, υπήρχαν πάρα πολλοί οργανοπαίχτες, που απολάμβαναν μεγάλη κοινωνική και οικονομική καταξίωση, αφού ήταν οι πρωταγωνιστές σε κάθε κοινωνική εκδήλωση, σε όλα τα σπουδαία γεγονότα της κοινωνίας τους. Γάμοι, βαπτίσεις, μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και εθνικές επετείους. Πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε ότι τα χωριά της ορεινής Νάξου Κινίδαρος, Απείρανθος, Κωμιακή, και Κόρωνος υπερτερούσαν σε οργανοπαίχτες, έναντι των πεδινών χωριών, τα λεγόμενα Κατοχώρια, ή Λειβαδοχώρια και της Χώρας, οπότε οι οργανοπαίχτες κάλυπταν τις ανάγκες που προέκυπταν και στα μέρη αυτά.
Σε ηλικία 17 χρονών, ο Ευριπίδης Κουνάδης φεύγει για την Αθήνα όπου ξεκινάει μαθήματα βιολιού με τον Κωνσταντινοπολίτη δάσκαλο Θεοφιλίδη. Αυτός, όπως είναι φυσικό, του δίδαξε τους παραδοσιακούς δρόμους και τα ανατολίτικα ταξίμια. Χαρακτηριστικό είναι το χόρδισμα του βιολιού την εποχή εκείνη. Υπήρχαν δύο τρόποι χορδίσματος, ο ένας λεγόταν «αλά Τούρκα» με σαφή επιρροή από τη Μικρασιάτικη μουσική και ο άλλος «αλά Φράγκα» που λέγοντάς το εννοούσαν το Δυτικό τρόπο χορδίσματος. Στο χόρδισμα «αλά Τούρκα» η χορδή Μι του βιολιού χορδιζόταν σε Ρε και έτσι το βιολί έπαιζε με τις χορδές στο Ρε-Λα-Ρε-Σολ έναντι του ευρωπαϊκού χορδίσματος Μι-Λα-Ρε-Σολ που το ονόμαζαν «αλά Φράγκα». 

Το ταξίμι, στη μουσική λαϊκή ορολογία, είναι ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός του βιολιτζή. Είναι ένα ελεύθερο κομμάτι που δεν έχει ρυθμό. Το χρόνο κρατάει ο λαουτιέρης στο Συρτό και ο χορευτής χορεύει πάνω στο ρυθμό του. Στην πραγματικότητα είναι ένας αυτοσχεδιασμός όπου ο οργανοπαίχτης επιδεικνύει τη δεξιοτεχνία του και χρησιμοποιεί όλη του τη φαντασία. Για κάθε τραγούδι, ο βιολιτζής προσπαθεί να έχει το δικό του ταξίμι όσο δυνατόν πιο μεγάλο σε διάρκεια και πιο γλυκό.

Παράλληλα όμως με τη σπουδή στις ανατολίτικες και παραδοσιακές μελωδίες και τρόπους, ο κ. Ευριπίδης διδάχθηκε τα ξενόφερτα είδη, που επικρατούσαν τότε στην αθηναϊκή καλή κοινωνία, βαλς, ταγκό κ.τ.λ. Έμεινε στην Αθήνα για παραπάνω από πενήντα χρόνια. Υπήρχε πολλή δουλειά γιατί λόγω της εσωτερικής μετανάστευσης των νησιωτών στην Αθήνα τα νησιώτικα στέκια ξεφύτρωναν το ένα μετά το άλλο και η ζήτηση ήταν μεγάλη. Το ίδιο και το μεροκάματο, θυμάται ο Ευριπίδης Κουνάδης, που με αυτή τη δουλειά κατάφερε να αναθρέψει με άνεση την οικογένειά του και να αποκομίσει τα απαραίτητα για τα γεράματά του. Τα καλοκαίρια τα περνούσε πάντα στη Νάξο όπου και εκεί έπαιζε όπου του ζητούσαν. Δεν είχε σταθερό τακίμι ( τακίμι λέγεται το μουσικό σχήμα που αποτελείται από δύο οργανοπαίχτες και στη Νάξο, ως επί το πλήστον, εννοούν το ζευγάρι βιολί-λαούτο), και κάποιες φορές το τακίμι το συνόδευε και ένας τραγουδιστής, διαφορετικά το τραγούδι ήταν δουλειά του λαουτιέρη.

Όπως μας εξομολογήθηκε, η επιλογή του βιολιού ως όργανο που θα πορευόταν στη ζωή του δεν ήταν τυχαία. Η υπεροχή του βιολιού έναντι των παλαιότερων αυτοσχέδιων μουσικών οργάνων είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή αντικατάσταση τους και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο παραμερίστηκαν σε συνοδευτικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της τσαμπούνας που λόγω της μικρής έκτασης των φθόγγων που μπορεί να καλύψει βρέθηκε σε δεύτερη μοίρα. 

Τα νησιώτικα βιολιά, τα ηπειρώτικα κλαρίνα 

Την ταξική υπεροχή του βιολιού στην ελληνική λαϊκή αντίληψη υποδεικνύει η παροιμία : «Στου βασιλιά βαρούν βιολιά στου γύφτου νταουλάκια». Έτσι, με το όνομά του, το βιολί χαρακτηρίζει όλη τη νησιώτικη μουσική κομπανία με τον όρο «βιολιά» σε αντιδιαστολή προς αυτή της κεντρικής και νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας που χαρακτηρίζεται με τον όρο «κλαρίνα».

Η αγάπη του Ευριπίδη Κουνάδη όμως για τα βιολιά δεν έμεινε εκεί. Ο ίδιος είναι και οργανοποιός. Κατασκευάζει ο ίδιος τα βιολιά που παίζει. Όπως μας λέει χαρακτηριστικά, ποτέ δύο όργανα, φτιαγμένα από το ίδιο ακριβώς ξύλο, τα ίδια υλικά και με την ίδια τεχνοτροπία, δεν έχουν τον ίδιο ήχο. Αυτή άλλωστε δεν είναι η μαγεία των μουσικών οργάνων; Το καθένα κρατάει ένα καλά κρυμμένο μυστικό.

Στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου στο χωριό Φιλότι.

Πολλά είναι και τα πανηγύρια που γίνονται στο νησί, τα οποία είναι για τους κατοίκους μια καλή αφορμή για να ξεφύγουν από τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας και να γλεντίσουν. Στους Aγίους Aποστόλους έχουν πανηγύρι στις 29 Iουνίου που διαρκεί τρεις μέρες, στο Kουρουνοχώρι, της Mεταμόρφωσης του Σωτήρα, 6 Aυγούστου, στον Άγιο Θαλέλαιο, 20 Mαΐου, στην Απείρανθο και το Φιλώτι τον Δεκαπενταύγουστο. Σε όλα τα πανηγύρια οργανώνονται υπαίθριοι χοροί με φαγητό και ντόπιους οργανοπαίκτες. Στον Kινίδαρο, το πιο γλεντζέδικο χωριό της Nάξου, γίνονται συχνά πανηγύρια και χοροί. Tα πιο σημαντικά είναι της Aγίας Παρασκευής, 26 Iουλίου, του Aγίου Aρτεμίου, 20 Oκτωβρίου, του Aγίου Nικολάου, 6 Δεκεμβρίου, του Aγίου Γεωργίου, της Aγίας Eιρήνης, 5 Mαΐου.

Είναι η μουσική, λοιπόν, αυτή που μέσα από το πρίσμα της τέχνης υποκινεί τις τοπικές κοινωνίες σε κοινή δράση, μία πολιτιστική δράση που έχει ως αποτέλεσμα τη σωτηρία του βίου της κοινότητας ως εθνική παρουσία και ταυτότητα και αυτό στη συνέχεια μετουσιώνεται σε ιστορική πραγματικότητα που την αποκαλούμε παράδοση.

Ποια είναι όμως τα χαρακτηριστικά ενός καλού βιολάτορα; Όπως μας λέει ο Ευριπίδης Κουνάδης, ο κόσμος εκτιμά τον καλό μουσικό από την ποιότητα του ήχου του. Ο ήχος που βγάζει πρέπει να είναι γλυκός. Επίσης ο καλός μουσικός χαρακτηρίζεται ως χρονικός, δηλαδή πρέπει να μην ξευφεύγει από το ρυθμό έτσι ώστε να μπορεί ο χορευτής να τον ακολουθήσει. Στη συνέχεια μεγάλη σημασία έχει η ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό. Όσο πιο περίτεχνος και μεγάλος είναι ο αυτοσχεδιασμός ή βέρσα όπως τον αποκαλούν με το τοπικό ιδίωμα τόσο πιο ικανός και άξιος κρίνεται ο βιολάτορας. Αυτοσχεδιασμός , όμως, δεν σημαίνει αυθαιρεσία και ανεξέλεγκτη φαντασία, αλλά αναδημιουργία με βάση ολοκληρωμένα πρότυπα. Ο οργανοπαίχτης καλείται, ξεκινώντας πάντα από ένα αναγνωρίσιμο μοτίβο, π.χ. πεντοζάλι, τσάμικο κ.α., να αναδημιουργήσει ένα ολόκληρο σκοπό επιστρατεύοντας όλη τη δύναμη της έμπνευσής του και η αποδοχή του κόσμου είναι αυτή που κρίνει την προσπάθεια του μουσικού. Μέσα από αυτή τη σοφή διαδικασία του αυτοσχεδιασμού εξασφαλίζεται η αργή αλλά ακατάπαυστη ανανέωση της παράδοσης.

Όπως αναφέρει ο Ιγκόρ Στραβίνσκι, «η παράδοση είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τη συνήθεια, ακόμη κι από μια εξαιρετική συνήθεια, γιατί η συνήθεια είναι εξ ορισμού ένα ασυνείδητο απόκτημα και τείνει να γίνεται μηχανική, ενώ η πραγματική παράδοση δεν έχει σχέση με τα λείψανα ενός παρελθόντος που παρήλθε ανεπίστρεπτα. Είναι μια ζωντανή δύναμη που εμψυχώνει και διαπλάθει το παρόν.»

παραδοσιακοί χορευτές

Θα κλείσω αυτό το σύντομο οδοιπορικό στο μακρύ δρόμο της λαϊκής-παραδοσιακής μουσικής στη Νάξο με ένα απόσπασμα από την «Ανατομία της Μουσικής» του Μίκη Θεοδωράκη όπου αναφέρεται στα λαϊκά πανηγύρια. «Η μουσική είναι βασικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου. Αυτή η γενετική ιδιότητα της μουσικής, στη συνέχεια μορφοποιείται και εξελίσσεται μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον. Έτσι η μουσική από βιολογικό γίνεται κοινωνικό φαινόμενο. Ο κάθε άνθρωπος προσφέρει και συμμετέχει στο κοινωνικό μουσικό γίγνεσθαι που προοδευτικά οικοδομεί τους δικούς του εκφραστικούς κανόνες με τους οποίους πλάθει, εξελίσσει και μεταπλάθει το δικό του μουσικό υλικό. Έτσι μπορούμε να πούμε, ότι η μουσική δεν εμφανίζεται ούτε για μια στιγμή σαν αυτοσκοπός, αλλά αντίθετα επιτελεί μια καθαρά λαϊκή λειτουργία, είναι δεμένη άρρηκτα με τον καθένα και όλους. Γίνεται η έκφραση του κοινωνικού συνόλου σε κάθε ιστορική περίοδο. Σφραγίζει το λαό σε κάθε εποχή.»

Και συνεχίζει λίγο παρακάτω, «Αν πάρουμε για παράδειγμα το κλασικό ελληνικό χωριό, θα δούμε ότι όλα σχεδόν γυρίζουν γύρω από το πανηγύρι. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς, ότι οι διάφορες γιορτές των αγίων αποτελούν πρόσχημα για να μαζεύεται το χωριό στην πλατεία. Και ακόμα για να πηγαίνουν τα χωριά, εκ περιτροπής, κάθε φορά, και σε ένα χωριό. Εκεί θα βάλουν τα καλά τους, εκεί θα λάμψει το λαϊκό κέντημα, εκεί οι χορευταράδες θα δείξουν την τέχνη τους, θα λανσάρουν τις καινούργιες χορευτικές φιγούρες και τσαλίμια, εκεί οι μουσικάντηδες θα ξεδιπλώσουν την τέχνη τους, ο λυράρης, ο βιολιστής, ο κλαριντζής, και προπαντός ο τραγουδιστής που αν λάχει και είναι και τραγουδοποιός, θα λανσάρει το καινούργιο του τραγούδι που θα ταξιδέψει από πανηγύρι σε πανηγύρι, και αν είναι καλό θα ταξιδέψει από χρόνο σε χρόνο και από αιώνα σε αιώνα……»