Νάξος: Θα τιμήσουμε τον Γλέζο, όπως τον Ιάκωβο Καμπανέλλη και τον Μιχάλη Περιστεράκη; Ποιον;

Να πω την αλήθεια δεν πιστεύω στις συμπτώσεις... Δευτέρα 30 Μαρτίου και στην σελίδα του Κώστα Κατσουρού στα social media υπάρχει μία ξεχωριστή ανάρτηση... Τίτλος: Παραμύθι… με όνομα! και στον υπότιτλο αναφέρει "Μνήμη Ιάκ. Καμπανέλλη και Μιχάλη Περιστεράκη" Και στη συνέχεια έχουμε ένα κείμενο από το παρελθόν. Από το 30ο τεύχος του περιοδικού Φλέα (Απρίλιος - Ιούνης 2011) στο οποίο μιλάει για τον τρόπο που οι Ναξιώτες τιμούν τα δικά τους παιδιά... Τον Ιάκωβο Καμπανέλλη που θυμηθήκαμε όταν έγινε διάσημος σε όλο το κόσμο και τον Μιχάλη Περιστεράκη... Ποιον; Τί; δεν τον ξέρετε; Να πω την αμαρτία μου, ούτε κι εγώ. Θα έπρεπε; Ναι. Εξαίρετος δικηγόρος και Αρειοπαγίτης... Ιδρυτής και Πρόεδρος του Συνδέσμου Bertrand Russell για τον πυρηνικό αφοπλισμό, που προγραμμάτισε και οργάνωσε την πρώτη Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης το 1963, που είχε διεθνή απήχηση. Πρέσβης Καλής θελήσεως του Διεθνούς Γραφείου Ειρήνης. Λογοτέχνης, άνθρωπος γενικά των Γραμμάτων (έγραψε και τραγωδία) και έφυγε το 2011... 

Τι έχει κάνει η Νάξος γι' αυτόν; Τίποτα. Εδώ εμείς οι νεότεροι δεν ξέρουν καν το όνομά του... Και αυτό που με εντυπωσιάζει, είναι ότι το κείμενο έρχεται λίγο πριν την ανακοίνωση της είδησης ότι έφυγε ο Μανώλης Γλέζος...  Και θυμήθηκα ότι και ο "Νώλης" δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις με τη Νάξο ως πολιτικός και μέλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στα τέλη της δεκαετίας του 80. Η προσπάθειά του για μία διαφορετική προσέγγιση στα κοινά, έπεσε στο κενό. Ο ίδιος μπορεί να αγαπούσε παθολογικά τ' Απεράθου και τη Νάξο, αλλά εμείς οι Ναξιώτες; Μήπως πρέπει επιτέλους να ξαναμάθουμε την ιστορία μας; Μήπως θα πρέπει να γνωρίσουμε αυτούς τους ανθρώπους που λειτούργησαν ως πρεσβευτές της Νάξου στον .. κόσμο; Μέσα απ αυτή την πανδημία που γίνεται προσπάθεια να βρούμε και πάλι τις ρίζες μας, ίσως είναι μία καλή ευκαιρία να γνωρίσουμε και να μάθουμε τους δικούς ανθρώπους. Και να τους φροντίσουμε ανάλογα... Ευχαριστώ κε Κατσουρέ γιατί έμαθα έστω και με καθυστέρηση ποιος ήταν ο Μιχάλης Περιστεράκης... 

Αναλυτικά το κείμενο που είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Φλέα (τεύχος 30 - Απρίλιος - Ιούνης 2011)  αναφέρει 

Έφυγαν!!! Ποιοι ήταν; Δύσκολο να απαντήσουμε. Κι αυτό, επειδή, δεν φροντίσαμε να τους ζήσουμε. Να τους γνωρίσουμε.
Εμείς, οι Ναξιώτες, δεν τους αφουγκρασθήκαμε. Δεν ασχοληθήκαμε με το έργο τους. Δεν το μελετήσαμε κι επομένως πώς να το κατανοήσαμε; Δεν μπορέσαμε να αντιληφθούμε τα καθημερινά συναισθήματα, τους προβληματισμούς του διανοούμενου και του αγωνιστή. Δεν γνωρίσαμε τις πεποιθήσεις τους, τις δραστηριότητές τους.

Ο κορμός του έργου τους, ο κεντρικός ήρωας της διανόησης και της δράσης τους, ήμασταν εμείς, οι απλοί, οι καθημερινοί άνθρωποι. Οι ίδιοι, απλοί και καθημερινοί στη ζωή τους, μπόρεσαν να αντιληφθούν, όσο ελάχιστοι στην Χώρα μας, ποια σημασία είχε η καθημερινή ζωή στις δεκαετίες του 50 και του 60, για την Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, τα πρόσωπα της ιστορίας, με την οποία όφειλαν να αναμετρηθούν, ήταν οι άνθρωποι της καθημερινότητας. Μιας καθημερινότητας, που προερχόταν από την εμφύλια σύρραξη και δεν είχε καταφέρει να επουλώσει τα τραύματά της, αλλά, αντίθετα, άφηνε τις πληγές της ανοικτές…σε μια κοινωνία όπου το κακό περίσσευε.

Καθένα από τα πρόσωπα αυτά, της καθημερινότητας, αποτελούσε μια ξεχωριστή ιδιαιτερότητα αλλά και συνόψιζε μια συνολική κατάσταση. Εκείνη των ανθρώπων που επιβίωσαν τραυματισμένοι ηθικά, πριν απ’ όλα, κατεστραμμένοι οικονομικά, και προδομένοι πολιτικά, από την τραγικά απερίγραπτη πραγματικότητα του εμφύλιου σπαραγμού, και προσπαθούσαν ν’ αρπαχτούν και να αναρριχηθούν στον κορμό ενός ονείρου «ευημερίας». Δεν ήταν αυτό που είχαν ονειρευτεί, αλλά αυτό που τους προσφερόταν: μια απατηλή νεοτερικότητα. Κι έτσι, άλλοτε σου έδιναν την ιδέα μιας ζωής άλλοτε σου θύμιζαν το χέρι μόνο του πλάστη τους, που στέκεται από πίσω και τραβά με το σπάγκο τα πλάσματά του. «Όλα ρεύανε στον τόπο. Τίποτα δεν έμενε ορθό», έγραφε ο Κωστής Παλαμάς στην κριτική του για το βιβλίο της Πην. Δέλτα, «Παραμύθι χωρίς Όνομα». Από το Παλάτι και το Κοινοβούλιο «ίσα με την ταβέρνα, γκρεμίσματα και μαράζια. Παραλυμένοι και παράλυτοι, ανθρωπάκηδες ή παλιανθρώποι. Γέλια και μπαίγνια, χωρίς ενέργεια και χωρίς χαρακτήρα». Μια κοινωνία δηλαδή που δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα αδιέξοδά της. Όμως οι υπόγειες διαδρομές της αυτογνωσίας είχαν αρχίσει τις πορείες τους.

Αυτή η καθημερινότητα περιέκλειε τα σπέρματα, τα ρεύματα και τις δυναμικές της αναζωογόνησης της χαίνουσας κοινωνίας στην οποία ζούσαν, και αποτέλεσε τη βάση για την κοινωνική και πολιτιστική εξέγερση των χωρών της δυτικής αλλά και της ανατολικής Ευρώπης, κι έμεινε γνωστή ως «επανάσταση της καθημερινής ζωής» στην ιστορία των κινημάτων κοινωνικής χειραφέτησης, από τον Γκ. Λούκατς, και τον Ανρύ Λεφέμπρ ως την Καταστασιακή Διεθνή. Τόσο ο Ιάκωβος Καμπανέλλης όσο και ο Μιχάλης Περιστεράκης, εντάχθηκαν ελεύθερα, και οι δύο, σε διαφορετικούς χρόνους, σ’ αυτή την παράδοση της «Επανάστασης της Καθημερινής Ζωής», συνεχίζοντας τη μακρά, από γενιά σε γενιά μετάδοση του Κινήματος της Νεοτερικότητας, στο κέντρο του οποίου τοποθετείται ο Άνθρωπος, η καθημερινότητά του, ο περιορισμός, και, τελικά, η εξάλειψη του ανθρώπινου πόνου από την κοινωνία.

Παρά την δυσχερή κατάσταση, και στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, άρχισαν να τίθενται καίριας σημασίας ζητήματα: η σχέση λαού και εξουσίας, ισχύοντος πολιτεύματος και των συνταγματικών εξουσιών, των συμμαχιών και της ξένης επιβουλής, της εξάρτησης και της δουλοπρέπειας. Όλα οδηγούσαν στη διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής και, κυρίως, σε μια νέα πολιτιστική οπτική, που χαρακτηριζόταν από ιδανικά που έχαναν το απόλυτο του ιδεατισμού τους, τον αποφανατισμό των θέσεων, την άρνηση προς την ηττοπαθή αδιαφορία έως και την εωσφοροποίση του αντιπάλου. Ο εκδημοκρατισμός των θεσμών, το κοινωνικό κράτος αρωγός, η παιδεία, ο ρόλος της Αριστεράς ή ενός άλλου δημοκρατικού κινήματος που να ανταποκρίνεται στις νέες, «μετα-υλιστικές», ανάγκες των νέων κοινωνικών στρωμάτων της κοινωνίας, που να μην περιορίζεται μόνο στα στείρα οικονομικά αιτήματα και στις οικονομίστικες κινητοποιήσεις της αριστεράς, είναι μερικά από τα θέματα που άρχιζαν να τίθενται με επιτακτικό τρόπο και από την ελληνική κοινωνία. Παραβρισκόμασταν μπροστά στην ανακάλυψη μιας νέας πολιτικής.

Μια νέα πολιτική, που κατακλύζει ολόκληρη την Ευρώπη, πολύχρωμη, πολυσχιδής, πολυδιάστατη, ανατρεπτική, στην οποία η μουσική κατέχει κυρίαρχη θέση: της δύναμης που διεμβολίζει τα εθνικά σύνορα και ενοποιεί διαφορετικής, σ’ όλα τα επίπεδα, προέλευσης κοινωνικά στρώματα. Η Νέα Αριστερά, με τα κινήματά της, ανάμεσα σ’ αυτά και το αντιπολεμικό κίνημα, ο Μπ. Ράσελ, το Κίνημα της Ειρήνης. Στην τάση αυτή θα προσκολληθεί ο Μιχάλης Περιστεράκης. Ένα κίνημα με βαθειές ρίζες, που φθάνουν στους σοσιαλιστές που αρνούνται να λάβουν μέρος στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, στους Σπαρτακιστές, στο κίνημα της Ανεξαρτησίας στις Ινδίες, ο Γκάντι, η κοινωνική ανυπακοή, στο κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, στην Αμερική των ΗΠΑ. Μια Αριστερά που αρνείται τη Σοβιετική Ένωση, που θέλει να ανανεώσει την ηττημένη αριστερά του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, στη δυτική Ευρώπη, να την αναθεωρήσει ή και να την αντικαταστήσει, καθώς εξακολουθεί πεισματικά να παραμένει περιχαρακωμένη στους δογματισμούς της. Ενσαρκωτής αυτού του νέου ρεύματος στην Ελλάδα, ο Γρηγόρης Λαμπράκης.

1_0.jpg

Μεταξύ των κορυφαίων αγωνιστών του κινήματος αυτού, αναδεικνύεται σε ηγετική φυσιογνωμία ο Μιχάλης Περιστεράκης (στη φωτογραφία μαζί με τους Νίκο Κιάο και  Πατ Ποτλ (Γραμματέας του Μπέρτραντ Ράσελ)  Αλλά αν ο Ιάκ. Καμπανέλλης, παρά τις αντιξοότητες και παρά τα ποικίλα εμπόδια που παρενέβαλε η «πολιτιστική εθνικοφροσύνη», βρήκε το δρόμο, μέσα από κύκλους ανθρώπων που είχαν λύσει τους λογαριασμούς τους, με πολύ κόπο και αβάσταχτες θυσίες, με την «εθνικοφροσύνη», από τη μια, και την παραπαίουσα αριστερά, από την άλλη, και πήρε από το χέρι το νεοελληνικό θέατρο, όπως ευφυέστατα ειπώθηκε, για να το οδηγήσει εκεί που του άρμοζε, δίνοντας, όπως ήδη είχαν πράξει ποιητές, μουσικοί και ζωγράφοι, στην Νεοτερικότητα τα χρώματα, τη ζωντάνια, την ορμή, τη φαντασία αλλά και την πραγματικότητα της ελληνικότητας, συμβάλλοντας και συμμετέχοντας έτσι, κι αυτός, στην ανανέωση της σκέψης των διανοουμένων, δεν συνέβη το ίδιο με τον Γρηγόρη Λαμπράκη και τον Μιχάλη Περιστεράκη.

Δεν είχαν απέναντι τους, μόνο, ένα απηρχαιωμένο κρατικό μηχανισμό να αντιπαλέψουν, αλλά και μια μονολιθική αριστερά, εκτός νόμου, αλλά, παρά την κατάστασή της, δεν αναγνώριζε παρά μόνο ό, τι εκπορευόταν απ’ αυτήν και μπορούσε να το ελέγχει. Αυτό και έπραξε: ανήμπορη, αλλά πάντα ταμπουρωμένη στις ιδεοληψίες της, είδε ως «θείο» δώρο αυτή την φλέα της νιότης, της μουσικής, του παλμού των κινητοποιήσεων, των ονείρων που ζητούσαν να πάρουν εκδίκηση! ως υλικό προς ιδίαν χρήση. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης κατακρεουργήθηκε μια «μέρα Μαγιού» στη Θεσσαλονίκη, από το παρακράτος. Η κινητοποίηση μαντρώθηκε είτε στους λεγόμενους «Λαμπράκηδες», που αποτέλεσαν ένα είδος «νεολαίας» της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ), είτε στη λεγόμενη δημοκρατική παράταξη της Ένωσης Κέντρου. Η Νέα Αριστερά, στην Ελλάδα, τέλειωσε, στην πραγματικότητα, πριν προλάβει ν’ ανθίσει και ν’ αρχίσει να κάνει τα πρώτα της βήματα. Το ΠΑ. ΣΟ. Κ., εξαφάνισε τα ίχνη κι αποτέλειωσε το όποιο έργο αυτής της μεταπολεμικής νέας αριστεράς, διαφθείροντας και συνθλίβοντας ό,τι είχε απομείνει από αυτή την πηγή της Ρωμιοσύνης.

Όλα όσα ακολούθησαν είναι γνωστά. Όσοι απέμειναν πιστοί στις αρχές τους, όπως ο Μιχάλης Περιστεράκης, απομονώθηκαν από το πολιτικό γίγνεσθαι. Συνέχιζαν «ν’ ανεβάζουν» έργα του Ιάκ. Καμπανέλλη. Διανοούμενοι, συγγραφείς και καλλιτέχνες, τον περιέβαλαν με την εκτίμηση τους και, τελικά, κι αυτό το κράτος της «πολιτιστικής εθνικοφροσύνης» αναγκάσθηκέ να τον αποδεχθεί και να τον τιμήσει, κι η δική του χαρά ήταν η γνωριμία με τον άνθρωπο της καθημερινής ζωής, αυτόν για τον οποίο πάσχιζε με την πέννα του και τον τιμούσε. Ο ίδιος, ο χαρακτήρας του, δεν διέθετε εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν στους χειραγωγούς να «κάνουν τη δουλειά τους». Ο αγωνιζόμενος Διανοούμενος, δεν ανεχόταν παρεμβάσεις στο έργο του. Αν και είχε διαγνώσει τον σημερινό κατήφορο στον οποίο κατρακυλούσε η Χώρα, η ασθενική του κράση δεν του επέτρεπε καμιά δραστηριοποίηση.

Κληρονόμος μιας παράδοσης κοινωνικής χειραφέτησης, που, όχι μόνο δεν έγινε ποτέ σ’ όλο της το εύρος γνωστή στην Ελλάδα, αλλά και δεν της επέτρεψαν να γνωρίσει την όποια εξέλιξη, ο Μιχάλης Περιστεράκης, επέζησε για να δει, ανήμπορος να δράσει, όλους αυτούς, που για μια ακόμα φορά οδηγούν την Ελλάδα στην ηθική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική χρεοκοπία και στην σήψη. Ετοιμαζόταν, για μια ακόμα φορά, για το ταξίδι στην Ιαπωνία, να διατρανώσει την αντίθεση του Ειρηνιστικού Κινήματος στον πυρηνικό όλεθρο!

Στην πόλη της Νάξου, μια ακαλαίσθητη αίθουσα, ενσωματωμένη στο αντιαισθητικό και παρά φύση οικοδόμημα του Δημαρχείου, του οποίου ο εξωτερικός χώρος «εξωραΐζεται» μ’ ένα ομοίωμα της Σφίγγας των Ναξίων, φασιστικής έμπνευσης και κατασκευής, φέρει το όνομα «Ιάκ. Καμπανέλλης». Κανείς δεν γνωρίζει τι ακριβώς είναι αυτή η αίθουσα και για ποιους λόγους κρίθηκε αναγκαία η κατασκευή της: θέατρο;, κινηματογράφος;, αίθουσα ομιλιών και διαλέξεων;, συνεδρίων; Ίσως όλα αυτά μαζί. Κι έτσι, «Ο» Καμπανέλλης μετατράπηκε «ΣΤΟΥ» Καμπανέλλη. Για να τον τιμήσουν;…Ένας δρομάκος, σε μια από τις πλέον κακόγουστες και άναρχα οικοδομημένες γειτονιές της νέας πόλης, στ’ Απλώματα, φέρει τ’ όνομά του. Για να τον τιμήσουν;…Πρόσφατα, κάποιοι, διάβαζαν «Μαουτχάουζεν», σε Λέσχη Βιβλίου, έτσι,… με την «ευκαιρία» του θανάτου του!!! Για να τον τιμήσουν;… Ό, τι, δηλαδή, ο ίδιος, μετά βδελυγμίας απωθούσε, απευχόταν και καταπολεμούσε. Δεν πιστεύουμε ότι οι νεοΝάξιοι επιφυλάσσουν καλύτερη μεταχείριση στον Μιχάλη Περιστεράκη.

Όλοι, θεσμοί και άνθρωποι, παίζουμε με τα είδωλα των άλλων. Καλό και φρόνιμο είναι να σταματήσει αυτή η πρακτική, που στη Νάξο αρχίζει να προσλαμβάνει επικίνδυνες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ακολουθώντας αυτό το δρόμο, δεν καταφέρνουμε τίποτα περισσότερο από το να περιπαίζουμε ο ένας τον άλλο, και, το χειρότερο, να αμβλύνεται και, τελικά, να διαλύεται το αίσθημα ευθύνης, που πρέπει να διακρίνει πολίτες και θεσμούς! Ίσως, πάλι, δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι ζούμε το τέλος της Ελλάδας….

Εμείς, οι Ναξιώτες, δεν τους αφουγκρασθήκαμε. Δεν κατανοήσαμε το έργο τους. Δεν μπορέσαμε να αντιληφθούμε τα καθημερινά συναισθήματα, τους προβληματισμούς του διανοούμενου και του αγωνιστή. Δεν γνωρίσαμε τις πεποιθήσεις τους, τις δραστηριότητές τους… δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε τι σημαίνει, «η θεωρία δεν θεωρεί παρά μονάχα αυτό που πράττει και η πράξη δεν πράττει παρά μονάχα αυτό που θεωρεί»… Έτσι, δεν είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε και τι σημαίνει να αποτελείς μέρος, να είσαι και να ανήκεις στο «Σχέδιο της Νεοτερικότητας», έστω κι αν αυτό, τελικά, δεν ολοκληρώθηκε.
Για μας, τους νεοΝαξιώτες, ίσως, όλα αυτά, να είναι περιττά ή και άχρηστα… Ιδιοτροπίες κάποιου ή κάποιων απροσάρμοστων και ιδιόμορφων, που εξακολουθούν να αναμοχλεύουν και να μεμψιμοιρούν, που ασχολούνται μ’ όλα αυτά ίσως γιατί δεν έχουν κάτι άλλο, «καλύτερο» και πιο «χρήσιμο», να κάνουν. Ένα είδος ανθρώπων που καθημερινά «αλητεύουν» στις διαδρομές της Ιστορίας… «αλήτες της σκέψης»… κι εκεί, σ΄ αυτές τις διαδρομές, που κατά κανόνα είναι δαιδαλώδεις, χάνονται, παθιάζονται, συγκινούνται, υποφέρουν, οργίζονται και.. εξεγείρονται…

Εκ της σύνταξης (Νάξος, 10 του Μάη, του 2011 βλ. Φλέα, τ. 30, Απρίλης-Ιούνης 2011)

Η εικόνα ίσως περιέχει: σχέδιο