Ο Ελληνισμός είναι ένα Σαγκρί Νάξου

Το Σαγκρί Νάξου είναι ένα ημιορεινό χωριό που μοιάζει με τον Ελληνισμό. Έχει ιστορία που χάνεται στα βάθη των χιλιετιών, ακαταμάχητες ομορφιές, πολιτισμικό και μνημειακό πλούτο, πρωτογενή παραγωγή με τρομερές εμπορικές δυνατότητες και συγχρόνως άδηλο μέλλον, καθώς τα πλεονεκτήματά του μένουν ανεκμετάλλευτα και οι κάτοικοι σιγά-σιγά εγκαταλείπουν, ενώ όσοι μένουν τεκνοποιούν όλο και λιγότερο.

Του Κωνσταντίνου Μπογδάνου (protothema.gr

«Τοσκάνη», χαρακτηρίζουν την κοιλάδα του Σαγκρίου οι ξένοι επισκέπτες, έτσι διάσπαρτη με οπωρώνες, ελαιώνες, αγρούς, κυπαρίσσια και μαγκανοπήγαδα. Πριν από εκατό χρόνια κατοικούσαν εκεί γύρω στις χίλιες ψυχές. Σήμερα στα χαρτιά οι κάτοικοι περιορίζονται σε κάτι λιγότερο από τετρακόσιους, από τους οποίους πραγματικά μόνιμοι είναι περίπου οι μισοί. Κι όμως, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, ασβεστωμένα σοκάκια, ενετικούς πύργους, πυργομονάστηρα, πολλές βυζαντινές εκκλησίες με πανάρχαιες συγκλονιστικές αγιογραφίες και με ένα από τα καλύτερα μουσεία των Κυκλάδων δίπλα στον υποδειγματικά αναστηλωμένο Ναό της Δήμητρας (το αρχαιότερο ιεροθέσιο στον Ελλαδικό χώρο), το χωριό μόνο αδιάφορο δεν είναι.

Και να’ταν μόνο η δεσπόζουσα θέση του χωριού στον λεγόμενο «Μυστρά των Κυκλάδων»; Νά’ταν μόνο η κομβική του γεωγραφία ανάμεσα στη Χώρα, τις παραλίες και τα ορεινά χωριά; Ανεκμετάλλευτα μένουν επίσης τα εξαιρετικής ποιότητας προϊόντα του, από τις εκτάσεις με τα χωράφια και τα περιβόλια που φτάνουν ως τη θάλασσα. Τι κι αν περνούν από το χωριό ποταμοί επισκεπτών από και προς τον Ναό της Δήμητρας, ή προς τον Πύργο Μπαζαίου για το Φεστιβάλ Νάξου; Τα μοναδικής νοστιμιάς γλυκά των γυναικών του χωριού ποτέ δε βρήκαν ένα ράφι για να μοσχοπουληθούν. Ούτε τα τυριά. Ούτε τα βιολογικά κηπευτικά. Οι αγροτουριστικές προοπτικές και η δημιουργία παραδοσιακών ξενώνων ποτέ δεν συζητήθηκαν – κι ας είναι τα μισά σπίτια του χωριού κλειστά όλο το χρόνο.

Κι έτσι, το Σαγκρί Νάξου προτιμά να αφήνεται και σιγά-σιγά να γκρεμίζει, παρά να ξαναχτίζεται και να ακμάζει. Γιατί; Για τους ίδιους λόγους που φθίνει και φθείρεται κι ο ίδιος ο Ελληνισμός. Διότι τα πόστα βαστούν παραδοσιακά κάποιοι δεινόσαυροι, κάποιοι ρουσφετολόγοι και νταήδες, κάποιοι «Πολάκηδες», ίδιοι ανά την Ελλάδα, που κρατάνε τις ψήφους των γηραιοτέρων με εξυπηρετήσεις του προηγούμενου αιώνα, που υποκαθιστούν την ανεπάρκεια του ελληνικού κράτους, αυτήν που οι ίδιοι συντηρούν. Την ψήφο παίρνει αυτός που πάει τα φάρμακα στη γιαγιά και τη σύνταξη στον παππού – ο ίδιος που καταδικάζει το χωριό να μένει μακριά από τις σύγχρονες τεχνολογίες, που σαμποτάρει κάθε επένδυση, ακόμα και το οδικό δίκτυο, ώστε η απομόνωση να τον βρίσκει βασιλιά των απελπισμένων.

Και συγχρόνως – μα πόσο ελληνικό το φαινόμενο! – οι υγιείς δυνάμεις του χωριού αδυνατούν να κάνουν μεταξύ τους μια στοιχειώδη, έστω, συνεννόηση. Ενώ υπάρχει λχ ο έμπειρος Στέφανος Στρατούρης, επιχειρηματίας, ανοιχτόμυαλος και ικανός, που μπορεί και θα άξιζε να ηγηθεί ανοιχτά, ενώ κινείται στον ίδιο πολιτικό χώρο ο δραστήριος Μιχάλης Μανιός, ενώ κι ο αξιόλογος Γιώργος Κουμερτάς, ακόμα, της απέναντι ιδεολογικής αντίληψης, επίσης αντιλαμβάνεται την ανάγκη για αλλαγή κι είναι πρόθυμος για συμπράξεις, οι δυνάμεις της οπισθοδρόμησης απειλούν το μέλλον του χωριού. Αντί να πάρουν αξία η γη, τα σπίτια, τα προϊόντα, αντί να ανοίξουν νέες δουλειές, να φυσήξει αέρα ζωής, να επιστρέψουν οι νέοι, να κάνουν οικογένειες, να ακουστούν ξανά παιδικές φωνές στα πλακόστρωτα, αντί για όλα αυτά, το χωριό φλερτάρει με τον αφανισμό.

Στις εκλογές που έρχονται, στις κάλπες που έρχονται, όλη η Ελλάδα είναι ένα Σαγκρί Νάξου, γιατί όλη η Ελλάδα είναι αντιμέτωπη με την ίδια επιλογή. Από τη μία οι μάγκες της κακής μας μοίρας κι από την άλλη οι αξιόλογοι διχασμένοι διεκδικούν την ψήφο ενός λαού με άμεσες, πρακτικές ανάγκες, που συχνά δεν μπορεί να σηκώσει καν κεφάλι για να δει τη μεγάλη εικόνα. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Για να επιβιώσουμε, πρέπει να κάνουμε νέες επιλογές και να παραδώσουμε σκυτάλη!