Σταύρος Μπαλτογιάννης: "Αντίο" σ' έναν εραστή της Νάξου, της "δεύτερης πατρίδας μας"

Είναι από τα πρόσωπα που δεν ξεχνάς… Δεν μπορούν άλλωστε να περάσουν απαρατήρητα. Έστω κι εάν τα γνωρίζεις σε ηλικία 82 ετών… Με το πρόσωπά τους να τονίζουν όλη τη γνώση που κουβαλάνε μέσα από το πέρασμα των χρόνων.. Είχα τη τιμή να τον συναντήσω μέσα από τον γιο του Γιάννη το καλοκαίρι του 2011. Και να περάσω μερικές ώρες στο πλευρό του, όπου μου μίλησε ως δημοσιογράφο της τοπικής εφημερίδας «Κυκλαδική» για όλα… Για τη Νάξο, την «δεύτερη πατρίδα μας» όπως έλεγε συνέχεια, για εκκλησίες που συνάντησα στα 50 χρόνια παρουσίας του στο νησί, όπου  βρέθηκε κατά … λάθος…

Και η κουβέντα σταματούσε μόνο όταν εμφανίζονταν η Χρυσούλα… Η αγαπημένη του σύζυγος…  Τα τελευταία χρόνια βρέθηκε στην Αθήνα. Ο χρόνος άλλωστε δεν μπορεί να νικηθεί… Και σήμερα το πρωί έφυγε για το αιώνιο ταξίδι. Και την Καθαρά Δευτέρα, στην Πεδινή Ιωαννίνων, το χωριό όπου ο Σταύρος Μπαλτογιάννης είδε για πρώτη φορά το φως του ήλιου, όταν και πήρε την πρώτη του ανάσα, θα τελεστεί η εξόδιος ακολουθία… Ο Σταύρος Μπαλτογιάννης - ένας εκ των κορυφαίων ζωγράφων και συντηρητών έργων Τέχνης ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 60 στη Νάξο από …σπόντα αλλά έμεινε και την αγάπησε τόσο ώστε να την αποκαλεί «δεύτερη πατρίδα μας». Το «μας» περιελάμβανε τόσο τη σύζυγό του Χρυσούλα, η οποία από τη θέση της διευθύντριας του Βυζαντινού Μουσείου του έδωσε την απαραίτητη ώθηση όσο και τα παιδιά του Χρήστο και Γιάννη… Μάλιστα, ο Χρήστος ως γιατρός όχι μόνο έκανε το αγροτικό του στη Νάξο, αλλά συχνά πυκνά έρχεται στο νησί και προσφέρει τις υπηρεσίες του, ο δε Γιάννης επιστρέφοντας από την Αγγλία, έκανε τα πρώτα του βήματα ως αρχιτέκτονας το νησί και μάλιστα βραβεύτηκε για ένα σπίτι που είχε κατασκευάσει (μαζί με την ομάδα του) στον Ορκό…

Ας δούμε όμως τις μας είχε πει εκείνο το καλοκαίρι του 2011 όταν τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στο Κάστρο της Νάξου, όπου με απίστευτη προθυμία και διάθεση άνοιξε το κουτί των αναμνήσεων μιλώντας για τα χρόνια που έζησε στη Νάξο. Μας μίλησε για την εμπειρία του ως συντηρητής των δύο παλαιότερων εκκλησιών (Δροσιανής και Πρωτόθρονο) μας ανέφερε τα προβλήματα που αντιμετώπισε, μας εξήγησε γιατί αγαπάει το νησί και βέβαια στον επίλογο δεν έκρυψε και το μικρό του παράπονο. «Κανείς έως σήμερα δεν μας ζήτησε να τους βοηθήσουμε σε θέματα που έχουν σχέση με τις γνώσεις μας. Τόσο εγώ όσο και η Χρυσούλα είμαστε στη διάθεση της εκάστοτε Δημοτικής Αρχής ώστε να βρούμε λύσεις για το νησί μας» και μας είχε μεταφέρει το παράπονό του, την δημιουργία Εκκλησιαστικού Μουσείου. Και μας είχε αποκαλύψει τη πρόταση που είχε κάνει στον Χρήστο Λαμπράκη και την αποστομωτική απάντηση που είχε λάβει.. 

Το πρώτο ξάφνιασμα

Ο Σταύρος Μπαλτογιάννης βρέθηκε στη Νάξο το 1964, έναν χρόνο μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Ρώμη ως συντηρητής έργων Τέχνης στο Instituto Centrale del Restauro αποκτώντας και το δίπλωμα «Τελειοποίησης Σπουδών». Ήταν ένας από τους πέντε ξένους που είχε δεχτεί το Ινστιτούτο το 1959 με υποτροφία. Έχοντας εμπειρία από τοιχογραφίες στην Ασίζη, την Σικελία και το Παλατίνο της Ρώμης αποδέχτηκε την πρόταση του κ. Χατζηδάκη (διευθυντή της Αρχαιολογικής υπηρεσίας) και επέστρεψε στην Ελλάδα. Τότε ήταν μόλις τρεις οι συντηρητές οι οποίοι μοίρασαν τη χώρα στα τρία και η ειρωνεία είναι ότι έτυχε σε «εμένα, έναν ηπειρώτη που δεν είχα καλή σχέση με τη θάλασσα ο τομέας της Κρήτης και των νησιών του Αιγαίου». Μετά από παράκληση του αρχαιολόγου Νίκου Δρανδάκου βρέθηκε στη Νάξο το 1964 και όπως αναφέρει «γοητεύτηκα από τη πρώτη στιγμή που είδα το μεγαλείο της. Ήταν πραγματικό ξάφνιασμα. Δεν πίστευα ότι η Νάξος θα ήταν τόσο όμορφη. Μην ξεχνάς ότι λειτούργησα και ως ζωγράφος και η ενδοχώρα, τα τοπία της, οι παραλίες της με μάγεψαν. Ήταν κάτι το ξεχωριστό». Από εκεί και πέρα αρχίζει η περιπλάνηση για μία πρώτη επαφή με την πληθώρα των μνημείων: Αι Γιάννης στην Απείρανθο, η Πρωτόθρονος, η Δροσιανή, ο Αι Γιώργης ο Διασορίτης, δεκάδες εκκλησίες με πλούσια ιστορία έως την Γιαλού, μία εκκλησία κοντά στην Αγιασό.

Οι δύο παντοκράτορες

«Η πρώτη μου επαφή ήταν με την Παναγιά την Δροσιανή με την Χρυσούλα (σ.σ. εννοεί τη σύζυγό του) να μου λέει «είναι μία εκκλησία που είναι χωμένη με χώμα και πρέπει να την δεις». Και πήγαμε μαζί με τον Δρανδάκο. Μας υποδέχτηκε ο ιερέας του χωριού με σταφύλια και κρασί. Φωτογράφισα τη στέγη που είχε τρύπες, ενώ στην αριστερή κόγχη υπήρχαν τοιχογραφίες. Ένας σωστός θησαυρός που όμως ήταν σκεπασμένος με ασβέστη. Εκεί που αρχίσαμε να ξύνουμε, είδαμε αίφνης το κεφάλι της Παναγιάς της Πλατυτέρας που ήταν παλαιότερης εποχής και όπως ήταν λογικό επικοινώνησα αμέσως με τον κ. Χατζιδάκη και του είπα ότι δεν πρέπει να το αφήσουμε αυτό το έργο να χαθεί. Μείναμε άφωνοι από τον τρούλο. Στις πρώτες εργασίες είχαμε δει περισσότερα από δύο χέρια και δεν ξέραμε τι θα συναντήσουμε. Συνήθως στους τρούλους υπάρχει ο Παντοκράτορας. Τώρα, εδώ όλα ήταν διαφορετικά. Δουλέψαμε έως αργά το βράδυ. Επειδή δεν είχαμε γεννήτριες χρησιμοποιήσαμε κάτοπτρα, ώστε να συγκεντρώνουμε την ηλιακή ακτινοβολία, να βλέπουμε. Κάτι αν μη τι άλλο ξεχωριστό. Η εργασία τότε δεν είχε να κάνει με τα λεφτά, αλλά με τη διάθεση για προσφορά. Και έτσι όταν τελειώσαμε την αποτοίχιση είδαμε ότι υπήρχαν δύο παντοκράτορες: ένας κανονικός κι ένας δεύτερος χωρίς γένια. Δύο διαφορετικές μορφές του Ιησού Χριστού. Παράλληλα, μέρη του αρχικού τέμπλου, θωράκια, ήταν σπαρμένα στους γύρω τράφους και τα μαζέψαμε. Όμως, η Δροσιανή είχε νέο πανέμορφο τέμπλο του 19ου αιώνα, ενώ το παλιό είχε κολώνες. Ζήτησα από τον ιερέα του χωριού να αναστηλώσουμε το παλιό, γιατί το νέο αν και ωραίο δεν ταίριαζε με τον χώρο και τις αλλαγές που είχαμε κάνει. Αρνήθηκε, ίσως κι εγώ στη θέση του το ίδιο να έκανα. Όμως, έβαλα τους εργάτες το βράδυ και κατέβασαν το νέο τέμπλο και στη θέση του βάλαμε το αρχικό. Το 1971 οι εργασίες είχαν αποκατασταθεί μετά από εργασίες περίπου επτά ετών όπως και σε αρκετές άλλες εκκλησίες της ευρύτερης περιοχής της Τραγαίας».

Ένα μικρό «Θαύμα»

Και μας έμεινε η Πρωτόθρονος που αντιμετώπιζε τεράστιο πρόβλημα με τον τρούλο της, έπεφταν κομμάτια. Η Παναγιά ήταν Βασιλική που αργότερα έγινε σταυροειδής εγγεγραμμένος μετά τρούλου. Το πρόβλημά της ήταν όταν έπεφταν κομμάτια και όταν μπήκαμε να εξετάσουμε τις τοιχογραφίες ανακαλύψαμε ότι είχε τουλάχιστον τρία στρώματα διαφορετικών εποχών. Το πλέον εντυπωσιακό ήταν ότι στον τρούλο στη πρώτη προσπάθεια που κάναμε να τον στερεώσουμε ανακαλύψαμε ότι υπάρχει κι άλλος παλαιότερος από κάτω. Και το δίλημμα ήταν τι κάνουμε; Κρατάμε τον παλιό που ήταν περίπου του 7ου αιώνα ή τον νεώτερο που άγγιζε τον 11ο; Όμως τα …χειρότερα ήταν άλλα: στο πίσω μέρος του νεώτερου τρούλου είχε αποτυπωθεί το χρώμα του παλαιότερου τρούλου κάτι που ανακαλύψαμε όταν κατεβάσαμε τον τρούλο με τροχαλίες και με γερμανούς κινηματογραφιστές να παίρνουν σε ντοκιμαντέρ την όλη επιχείρηση. Χάρη στην ιταλική τεχνοτροπία του strapo (μόνο το χρώμα στην επιφάνεια) φτιάξαμε έναν νέο τρούλο και τον τοποθετήσαμε στη θέση του παλιού πατώντας πάνω στους κοσμήτες, ενώ ο πρωτότυπος βρίσκεται στον Πύργο του Γλέζου, ακόμη και σήμερα. Από το 1972 που τελείωσαν οι εργασίες είναι εκεί». Ένα περιοδικό πρόσφατα έγραψε ότι η ιστορία της Πρωτόθρονης με την αποτοίχιση του τρούλου αποτέλεσε το πρώτο «θαύμα» του Μπαλτογιάννη, αλλά για τον ίδιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από τη δουλειά του. Εκείνη τη περίοδο γεννήθηκε η ιδέα της δημιουργίας ενός Εκκλησιαστικού Μουσείου στο Χαλκί αλλά χρήματα δεν υπήρχαν. «Βρήκαμε ένα κτήριο της εκκλησίας, το αναπαλαιώσαμε ώστε να μεταφερθούν οι τοιχογραφίες και γιατί όχι και ο τρούλος. Μάλιστα εκείνη τη περίοδο ήταν στη Νάξο και ο Χρήστος Λαμπράκης. Του είπα να δώσει χρήματα ώστε να τελειώσει η ανακατασκευή του κτηρίου και να λειτουργήσει ως μουσείο. Ξέρεις τι μου είπε; Να τα δώσω τα χρήματα, αλλά ποιος μπορεί να μου εγγυηθεί ότι το μουσείο θα είναι ανοιχτό και δεν θα είναι κλειστό για πάντα; Ποιος θα φυλάει όλα αυτά τα εκθέματα; Απάντηση δεν του έδωσα γιατί δεν την ήξερα».

Μάχη με βοσκούς

«Η τελευταία φορά που πέρασα από τα μέρη αυτά ήταν πριν από δύο χρόνια. Στεναχωριέμαι γιατί δεν υπάρχει συντήρηση. Ναι, είναι σε καλή κατάσταση αλλά θα έπρεπε να ελέγχονται σε τακτικά χρονικά διαστήματα και να συντηρούνται. Ουσιαστικά είναι στις ίδιες συνθήκες που ήταν και τότε. Δεν φτάνει η αναστήλωση. Χρειάζονται φροντίδα. Εμείς οι συντηρητές τα βλέπουμε ως μνημεία. Οι ιερείς τα βλέπουν ως λατρευτικά κειμήλια, είδη λατρείας. Και οι αρχαιολόγοι έχουν την δική τους οπτική που θέλουν να βοηθήσουν αλλά δεν ξέρουν πως και λειτουργούν περισσότερο ως χωροφύλακες με απαγορεύσεις. Ποτέ δεν είπαμε σε ιερέα να μην κλείνει τις εκκλησίες. Απλά τους είπαμε να προσέχουν. Θα ήθελα όμως να έχουν και την παιδεία ώστε να αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικά μνημεία είναι οι ναοί που ιερουργούν. Μου είχε πει ένας μητροπολίτης στην Μυτιλήνη, που είχε φτιάξει ένα πανέμορφο Μουσείο ότι είχε μεγάλο πρόβλημα για να συγκεντρώσει παλιές εικόνες στο μουσείο. Όταν πήγαινε να τις πάρει από τα χωριά, οι κάτοικοι χτυπούσαν τις καμπάνες. Και εγώ εάν ήμουν στην θέση τους θα αντιδρούσα. Δεν μπορείς μία εικόνα που έχεις ως αντικείμενο λατρείας να την δεις στο μουσείο. Δεν αντέχεις αυτό το θέαμα. Έλεγα πάντα στους μαθητές μου αλλά και στους κατοίκους ότι δεν ήρθαμε για να πειράξουμε τις εικόνες. Μόνο να τις συντηρήσουμε. Όχι να τις αποκαταστήσουμε. Στην Παναγιά την Δροσιανή δώσαμε μάχη για να πείσουμε τους κατοίκους ότι δεν έχουμε αλλάξει την εικόνα που συντηρήσαμε και αυτή που εμφανίστηκε ήταν στην ουσία καινούργια. Δεν το πίστευαν. Θέλει σκληρή και δυνατή πειθώ ώστε να πείσεις ακόμη και τους βοσκούς ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιούν παλιές εκκλησίες ως μαντριά. Όπως είχε γίνει με τον Αη Γιώργο στο Λαθρίνο του Δαμαριώνα ή στην Καλορίτσα. Εκεί είχαν βάλει μία εστία φωτιάς κάτω από τις τοιχογραφίες με σκοπό να πήζουν το γάλα. Άντε να τους πείσεις ότι οφείλουν να προσέχουν ώστε να μην καταστραφούν αυτά τα κειμήλια»

Είναι κρίμα να χαθούν τα χωριά

Όμως, δεν είχα κανένα παράπονο. Η συνεργασία μου με όλους ήταν άψογη. Τον Σεβασμιώτατο Επιφάνιο τον είχα γνωρίσει σε μία μονάδα πυροβολικού πριν γίνει Μητροπολίτης Παροναξίας και τα πήγαμε μία χαρά, εκτός από μία φορά όταν δημιουργήθηκε ένα πρόβλημα με εργάτες αλλά κι αυτό λύθηκε. Είδα τη Νάξο μέσα από το μάτι του ζωγράφου. Έπαιρνα το λεωφορείο στις 7 το πρωί από τη χώρα για την Τραγαία και σε όλη τη διαδρομή θαύμαζα το τοπίο. Όταν κάναμε διάλειμμα είχα μαζί μου το μπλοκ της ζωγραφικής και σχεδίαζα κοιτώντας τα πανέμορφα χωριά, το εξαιρετικό τοπίο που έβλεπα, ενώ αυτό που με εντυπωσίασε ήταν το δέσιμο που υπήρχε ανάμεσα στους κατοίκους και την γη. Την αγαπούσαν πολύ. Μας βοήθησαν σε κάθε δυσκολία μας. Δεν τους δώσαμε ποτέ την εντύπωση ότι «ήρθαμε να τα πάρουμε» κι αυτός είναι ο λόγος που πάντα ήταν στο πλευρό μας. Πώς να μην αγαπήσεις αυτό το νησί. Πως; Πέρασα εδώ τα καλύτερα και πιο δημιουργικά μου χρόνια. Γνώρισα και κατανόησα την νοοτροπία των κατοίκων και έχω αντιληφθεί ότι το νησί θα μπορούσε να έχει εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο τα δικά του παιδιά και όχι να τα αφήσει να φύγουν. Όταν ήρθα στη Νάξο δεν υπήρχε ούτε μισός τουρίστας. Μόνο κάτι γερμανοί αρχαιολόγοι. Τότε δεν ήθελαν να τους βλέπουν ούτε ζωγραφιστούς. Κάθε πρωί η χώρα είχε ζωή, με τους κατοίκους των ορεινών χωριών να φέρνουν την πραμάτειά τους. Ήταν μία όαση. Τώρα, η χώρα δεν βλέπετε. Θα έπρεπε οι κάτοικοι να επιστρέψουν στα χωριά τους, να γίνει μία εσωτερική αποκέντρωση. Η Χώρα είναι κορεσμένη. Να μην αφήσουν να χαθούν τόσο όμορφα χωριά. Οι Ναξιώτες δεν είχαν ανάγκη ποτέ τον τουρισμό. Στην Μύκονο θυμάμαι όταν ήρθαν οι πρώτες τουρίστες τους υποδέχτηκαν με βιολιά και όργανα. Εδώ αδιαφόρησαν. Είναι άνθρωποι δεμένοι με τη γη τους».

Να ξέρεις να σταματάς

Αλλαγή σελίδας και αναφορά στην ζωγραφική, όπου ο κ. Μπαλτογιάννης χρησιμοποιεί το κερί ως βάση. Όπως αναφέρει η Ελένη Βακαλό σχολιάζοντας την τέχνη του 82χρονου Καλλιτέχνη «επαναφέρει μεθόδους της κηρόχυτης ζωγραφικής που έχει μελετήσει στα Φαγιούμ και στις εικόνες του Σινά, σε θέματα καθαρά ευρωπαϊκής παράδοσης, όπως το τοπίο, οι νεκρές φύσεις, τα γυμνά. Εξάλλου, προσαρμόζει τις ιδιότητες της αρχαίας αυτής τεχνικής και της σύστασης των κηροχρωμάτων, σε απαιτήσεις ποιότητας που βγαίνουν από μια επίσης βαθιά γνώση του της ευρωπαϊκής τέχνης, εξασφαλίζοντας κυρίως έναν αμεσότερο πλασμό που μπορεί με αυτά να επιτύχει.» Κι εκεί μας αναφέρει την ιστορία που έχει σχέση με το κερί και τη Νάξο που αποτελεί άλλωστε και τη βάση της επιτυχίας του, ενώ το αγαπημένο του έργο έχει σχεδιαστεί στο νησί και έχει τον τίτλο «Μορφή». «Όταν βρέθηκα στο Σινά είδα την εγκαυστική τεχνοτροπία και τη δύναμη του κεριού. Πέρασα αρκετό καιρό μέσα στις βιβλιοθήκες, ώστε να βρω λύση και να σπάσω αυτό το κωδικό. Το πέτυχα χάρη στα ούρα της καμήλας και ένα πάπυρο του 1ου αιώνα μ.χ,. που ανέφερε την ανάμειξη του κεριού με νερό. Η σαπωνοποίηση του κεριού μπορούσε να έχει επιτυχία με ούρα και τον δυνατό ήλιο που άσπριζε το κερί. Θυμάμαι ότι χρησιμοποίησα το νερό της θάλασσας από τη Γρόττα και είχα απλώσει το κερί για ένα μήνα στην ταράτσα της κυρά Γιακουμίνας δίπλα στην Μητρόπολη. Στις αρχές της δεκαετίας του 70 έκανα το πρώτο μου έργο με αυτή τη τεχνοτροπία και μην ξεχνάμε ότι το κερί με το πέρασμα του χρόνου γίνεται πιο δυνατό, σκληραίνει και αντέχει στις κακουχίες»  Μας δηλώνει ότι χάρη στο ότι είναι ζωγράφος μπορεί να συντηρεί καλύτερα τα έργα γιατί βλέπει το  βάθος που έχουν. «Η συντήρηση αγγίζει την αισθητική παρουσίαση του έργου. Ο ζωγράφος είναι αυτός που ξέρει πώς χτίζεται ένα έργο» Μας μεταφέρει στην εποχή που βρέθηκε στην Φλωρεντία χωρίς να ξέρει καλά καλά ιταλικά και έχοντας στο τσεπάκι του ένα μέτρο κι ένα νήμα, ώστε να μπορεί να «μετράει» αποστάσεις στο καβαλέτο του. Θυμάται ότι την πρώτη εβδομάδα έσβηνε τα έργα που έφτιαχνε και στην παρατήρηση που του είχε κάνει ο καθηγητής του, ένας σεβάσμιος γέροντας του είχε απαντήσει « γιατί δεν ήταν αυτό που αρχικά είχα σκεφτεί. Ο άνθρωπος αλλάζει συνέχεια» για να πάρει την απάντηση που τον συνοδεύει έως σήμερα «είσαι άνθρωπος και πρέπει να μάθεις τη σημασία του να γνωρίζεις να σταματάς». Και προσθέτει «στην Φλωρεντία έμαθα να μην με νικάει η λεπτομέρεια. Δεν χρειάζομαι μοντέλο για να ζωγραφίσω. Έχουμε την αρχική φόρμα και στη συνέχεια προσπαθούμε να χτίσουμε, να κάνουμε τέχνη. Ουσιαστικά οι καλλιτέχνες εξωτερικεύουν τα πράγματα. Και οι λεπτομέρειες μπορούν να σε παρασύρουν σε λάθος δρόμους». Αυτός είναι και ο λόγος που η τελευταία του έκθεση έχει τίτλο «Χωρίς Μοντέλο»

Οι γυναίκες της ζωής μου

Ο Νίκος Κούνδουρος έχει πει για τα έργα του Μπαλτογιάννη ότι «είναι σαν να βλέπεις τα γυμνά κορίτσια μέσα από την κλειδαρότρυπα». Περιγραφή αν μη τι άλλο εντυπωσιακή. Τι λέει όμως ο ίδιος για τις γυναίκες της ζωής του; «Μπορεί κανείς να μου απαντήσει τι είναι η γυναίκα; Είναι η μάνα, η σύζυγος, η ερωμένη, η φίλη; Ένας ολόκληρος συνδυασμός. Η μητέρα και η σύζυγος μου έχουν παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Την μητέρα μου τη γνώρισα από τα 25 (όταν έφυγε ο πατέρας μου) έως τα 93 της χρόνια. Είναι μία μορφή που πραγματικά με σημάδεψε και την θυμάμαι σαν μία νέα γυναίκα. Αρκετά πάντως από τα έργα μου έχουν μέσα της την Θεοδώρα (σ.σ. το όνομα της μητέρας του). Από την άλλη υπάρχει η Χρυσούλα. Οι περισσότεροι μου λένε ότι την βλέπουν ως την μορφή της γυναίκας που εμφανίζεται στο σύνολο των έργων μου. Δεν ξέρω όμως εάν την περνάω συνειδητά ή όχι. Αυτό πάντως που θέλω να πω είναι ότι πάνω από το τοπίο είναι ο άνθρωπος. Και η μορφή του ανθρώπου, την οποία και χαίρομαι να απεικονίζω»

Όσο για την ερώτηση εάν άλλαζε κάτι στην ζωή του εάν ξεκινούσε τώρα; Ο κ. Μπαλτογιάννης μας αναφέρει «θα προσπαθούσα να μην αφιέρωνα, να μην ξόδευα τόσο χρόνο στη προσπάθειά μου να αποδείξω ότι τα νέα σύγχρονα υλικά κάνουν κακό στα έργα όσον αφορά την συντήρησή τους. Όταν ζωγραφίζω δίνω όλο μου το είναι. Αλλά όταν πρόκειται να συντηρήσω ένα έργο, τότε αφήνω τα πάντα στην άκρη και θέλω να το λύσω με κάθε κόστος»