Ελλάδα - Χατζηχρήστος: Υπέροχος "βλάχος", μεγαλειώδης "μπακαλόγατος"

Σαν σήμερα, 3 Οκτωβρίου, συμπληρώθηκαν 19 χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ηθοποιού μας Κώστα Χατζηχρήστου. Γεννήθηκε το 1921, στη Θεσσαλονίκη. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με το θέατρο και τον κινηματογράφο. Υπήρξε πηγαίο ταλέντο, με έξοχη σκηνική παρουσία αλλά και εκπληκτική ικανότητα στον αυτοσχεδιασμό.

Του Αλέξανδρου Αρβανιτά

Απέδωσε με ανεπανάληπτο τρόπο τον κουτοπόνηρο βλάχο Θύμιο, το... όργανο της τάξης στον Ηλία του 16ου, τον κύριο πτέραρχο, τον κληρονόμο. Ωστόσο, ο Ζήκος θεωρείται η κορυφαία στιγμή της καριέρας του. Αποτελεί ύμνο στη δημιουργία, τη χαρά, το γέλιο. Ως μπακαλόγατος ή πιο σωστά... μπακαλογατί δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας. Το έργο «Της κακομοίρας» γυρίστηκε το 1963. Λέγεται ότι αντί ολοκληρωμένου σεναρίου υπήρχαν μόνο 6-7 σελίδες έτοιμες. Το απίστευτο όμως ταλέντο του Χατζηχρήστου και ο απαράμιλλος χαρακτήρας που ανέδειξε, μέσω του Ζήκου, απογείωσαν την ταινία και την καθιέρωσαν στις κορυφαίες -αν όχι την κορυφαία- στην ελληνική κωμωδία.

Ο «Μπακαλόγατος» βασίζεται στον απόλυτο αυτοσχεδιασμό του πρωταγωνιστή. Στην απόλυτη παρουσία με τη μορφή των εξαιρετικών διαλόγων. Ο σουρεαλισμός δηλαδή σε όλο του το μεγαλείο. Στο μίνι αφιέρωμα δεν θα διαβάσετε κάποια ατάκα του Ζήκου. Γιατί το έργο είναι όλο μια ατάκα. Από την αρχή ως το τέλος. Το αποτέλεσμα είναι απίστευτο, αξεπέραστο, μοναδικό. Γέλιο, γέλιο, γέλιο! Γέλιο μέχρι δακρύων! Αν δεν γύριζε άλλη ταινία και μόνο η εμφάνισή του σ’ αυτό το υπέροχο δημιούργημα είναι ικανή να τον κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες κωμικούς μας. Ωστόσο, πρωταγωνίστησε και σε πολλές ακόμη εξίσου σημαντικές, μερικές εκ των οποίων είναι: «Ο Ηλίας του 16ου», «Ο Θύμιος τα ’κανε θάλασσα», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Το έξυπνο πουλί», «Ο κύριος πτέραρχος», «Οι κληρονόμοι» κ.ά.

Έμεινε στη μνήμη μας για 4 ξεκαρδιστικές ατάκες του: «Τίποτας», «Ασουπή», «Αμ πώς», «Τ’ άκουσες, πολί μου»

hatzihristos.jpg

Χαρακτηριστικοί είναι οι διάλογοι σε ταινίες που πρωταγωνίστησε:

-Πού πας;

-Στο χωριό.

-Τι να κάνεις στο χωριό;

-Να τους σκοτώσω.

-Ποιους να σκοτώσεις;

-Θα σκοτώσω αυτή, θα σκοτώσω αυτόν, θα σκοτώσω τον κουμπάρο, θα σκοτώσω τον παπά.

-Όχι τον παπά. Ποιος θα τους θάβει μετά, ρε Βαγγέλη; Τι κάθεστε, ρε; Θα τον φάει τον παπά λάχανο. Δεν τον ακούτε;

Από την ίδια ταινία:

-Η κόρη σου τι λέει για όλα αυτά;

-Η κόρη μου τι να πει; Αυτηνής δεν της πέφτει λόγος. Εγώ κάνω κουμάντο. Εγώ είμαι ο ηγούμενος εδώ μέσα!

-Α! Ηγούμενος είσαι και συ; Δύο ηγούμενοι είμαστε, λοιπόν, μπορούμε να ανοίξουμε ένα μοναστήρι...

Από την ίδια ταινία:

-Έχεις αγαπήσει ποτέ;

-Πώς; Έχω. Όταν ήμουν νέος.

-Αγάπησες. Τη γυναίκα σου;

-Όχι, βρε αδερφέ!

-Μυστήριο πράγμα να μην αγαπάει κανείς τη γυναίκα του...

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Την καρδιά την έχουμε μαζί με τη συκωταριά. Ο Θεός έδωσε την καρδιά για να αγαπάμε, τα πόδια για να περπατάμε και τα χέρια για να φασκελώνουμε.

«Ο κύριος πτέραρχος», 1963

 

-Δόξα σοι ο Θεός που σας βρήκα. Γιατί, παιδιά, Θεός υπάρχει. Μην ακούτε αυτούς που λένε ότι δεν υπάρχει. Υπάρχει και παραϋπάρχει. Πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Τώρα, βέβαια, το πάντα πληρών που λένε δεν ισχύει. Γιατί αν πλήρωνε τα πάντα, θα πλήρωνε και το ξενοδοχείο μου, που είναι έτοιμοι να με πετάξουν από την ταράτσα.

Από την ίδια ταινία:

-Η κυρία εδώ λέει ότι έχει χάσει την μπομπονιέρα της.

-Την ποια;

-Τη φρουτιέρα της.

-Ποια;

-Τη ζαρτιέρα της.

-Ποια;

-Την μπαγιαντέρα της.

-Την μπιζουτιέρα της...

-Αυτούνη...

Ξανά από την ίδια:

-Αχ, βρε, κατακαημένε Βαγγέλη! Μα το ζήτημα δεν είναι να μου ανοίξεις την όρεξη. Το ζήτημα είναι να μου την κλείσεις. Έχεις κανένα τρόπο να μου την κλείσεις;

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα και έδωσε στην κυρία δέκα χιλιάρικα. Και το μάτσο μάτσο. Μήτε που χλόμιασε καθόλου...

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Α, μην τα θέλετε όλα δικά σας. Εγώ να τον βρω, εγώ να τον συλλήψω! Μην είμαστε και πλεονέκτες! Βρέστε τους πρώτα εσείς, και μετά με ειδοποιάτε και στον κάνω αυτόν τον κύριο πέντε παράδες.

Ξανά από την ίδια ταινία:

-Τρέχτε, κύριε πόλισμαν...

-Τι, να παραβγούμε στο τρέξιμο;

Τέλος, από την ίδια ταινία, απευθυνόμενος στον συλληφθέντα Θανάση Βέγγο.

-Δεν με ξέρεις, δεν σε ξέρω.

Υποφέρεις κι υποφέρω.

«Ο Ηλίας του 16ου», 1959

70p2aylcvv0f5hzl634sifpsp0b-1024x576.jpg

-Βρε, ήρθες στην Αθήνα και δεν θα πάρεις εκδίκηση;

-Θεία, εκδίκηση δεν θα πάρω. Το μόνο που λογαριάζω είναι να πάρω κάνα δυο πουκάμισα.

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Βρε, πώς θα γυρίσεις στο χωριό;

-Με το τρένο. Πώς θα γυρίσω;

-Με τι μούτρα θα γυρίσεις στο χωριό;

-Με τα μούτρα τα δικά μου, ρε θεια. Με τα μούτρα που μου έδωσε ο Θεός και κυκλοφοράω. Μ’ αυτά θα γυρίσω.

-Και καθώς θα κατέβεις στο σταθμό, δεν θα ντραπείς το πλατάνι;

-Ποιο πλατάνι;

-Το πλατάνι! Το μεγάλο του σταθμού. Που ποτίστηκε με το αίμα του προπάππου σου. Δεν θα το ντραπείς, βρε;

-Το πλατάνι;

-Το πλατάνι.

-Ε, δεν θα το ντραπώ, ρε θεια. Δεν τα ντρέπομαι τα πλατάνια. Να μου πεις να ντραπώ εκείνον τον Νίκο τον Παπίδα, που του έχω φορέσει, εδώ και πέντε χρόνια, ένα φέσι με μια φούντα μέχρι τον αστράγαλο, μάλιστα, να τον ντραπώ. Τα πλατάνια δεν τα ντρέπομαι εγώ...

«Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», 1960

Δυστυχώς, το τέλος αυτού του εξαίρετου ηθοποιού μας υπήρξε τραγικό. Ταλαιπωρημένος από τα οικονομικά του προβλήματα, κατέληξε να μην έχει σπίτι δικό του να μείνει. Βασανισμένος από τον καρκίνο, έφυγε από τη ζωή χτυπημένος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Όπως και να έχει, ο μοναδικός Ζήκος βρήκε τη θέση του στο πάνθεον των μεγάλων της ελληνικής κωμωδίας. Γιατί το κοινό διαθέτει αλάθητο κριτήριο. Εκτιμάει αυτούς που έδωσαν την ψυχή τους να του προσφέρουν ελάχιστες στιγμές ξενοιασιάς, χαράς, γέλιου. Και, κυρίως, δεν ξεχνά ποτέ...

 

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τις σελίδες του Naxos Press - τώρα και στο Google News