Αρχαία Ελληνικά:βατά και χωρίς εκπλήξεις.

Ποια είναι η εκτίμηση για τα θέματα των αρχαίων ελληνικών στην 3η ημέρα των Πανελλαδικών εξετάσεων; Με τη βοήθεια του Γιώργου Βάβουλα – διευθυντή του φροντιστηρίου «Παιδεία» και της Αννας Ραγκούση έχουμε την πρώτη εκτίμηση: Σε γενικές γραμμές, τα θέματα είναι βατά και χωρίς εκπλήξεις. Συγκεκριμένα, στο διδαγμένο κείμενο, τα ζητούμενα είναι από την τρίτη και τέταρτη ενότητα των «Ηθικών Νικομαχείων». Και οι ερμηνευτικές και οι λεξιλογικές ασκήσεις είναι βατές. Η ερώτηση εισαγωγής φέτος είναι ανάπτυξης.Το αδίδακτο κείμενο είναι απόσπασμα από τον «Ευθύδημο» του Πλάτωνα. Τα γραμματικά ζητούμενα καλύπτουν μεγάλη έκταση της γραμματικής, χωρίς κάποια παγίδα. Οι όροι που ζητούνται για συντακτική αναγνώριση είναι εύκολοι. Προσοχή χρειάζεται η ανάλυση της υποθετικής μετοχής που ζητείται.

Και αναλυτικά…

ΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Α1. Με ανάλογο τρόπο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι (τεχνίτες γίνονται)∙ χτίζοντας δηλαδή με καλό τρόπο σπίτια, θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο, θα γίνουν κακοί. Γιατί αν δεν ήταν έτσι, καθόλου δε θα χρειαζόταν ο διδάσκαλος και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί από τη φύση τους. Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και με τις αρετές κάνοντας δηλαδή όσα συμβαίνουν στη συναλλαγή μας με τους άλλους ανθρώπους άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι, ενώ κάνοντας όσα έχουν μέσα τους το στοιχείο του φόβου και συνηθίζοντας να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, γινόμαστε άλλοι ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο συμβαίνει και σχετικά με τις επιθυμίες και την οργή∙ άλλοι δηλαδή γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται με αυτόν το συγκεκριμένο τρόπο στις περιστάσεις αυτές(σε αυτά) και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο. Και με ένα λόγο λοιπόν, τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας διαμορφώνονται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Γι’ αυτό πρέπει να προσδίδουμε μια ορισμένη ποιότητα στις ενέργειές μας∙ γιατί σύμφωνα με τις διαφορές αυτών των ενεργειών θα ακολουθήσουν τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας.

Β1. «καὶ διαφέρει τούτῳ πολιτεία πολιτείας ἀγαθὴ φαύλης» Η διάκριση των πολιτευμάτων κατά τον Αριστοτέλη

Ο Αριστοτέλης διακρίνει τα πολιτεύματα σε καλά και λιγότερο καλά και όχι σε καλά και κακά. Ο Αριστοτέλης συνήθως κάνει διάκριση ανάμεσα στα ορθά πολιτεύματα και τις παρεκβάσεις τους, δηλαδή τις εκτροπές από αυτά. εδώ προϋποτίθεται ότι ο νομοθέτης επιδιώκει σε κάθε περίπτωση το καλό των πολιτών· απλώς μπορεί να μην έχει πάντοτε επιτυχία στον στόχο του αυτόν. Πρωταρχικός στόχος όλων των νομοθετών, και άρα και των πολιτευμάτων μέσα στα οποία δρουν, είναι να κάνουν τους πολίτες ενάρετους ασκώντας τους στην ηθική αρετή, προκειμένου να φτάσουν στον ύψιστο στόχο, την ευδαιμονία για να είναι και η πολιτεία αγαθή. Συνεπώς κριτήριο διάκρισης των πολιτευμάτων είναι ο βαθμός επιτυχίας του έργου των νομοθετών. Αξίζει να τονιστεί ότι η λέξη «φαύλης» (που κανονικά «φαῦλος» σημαίνει κακός, ευτελής, ασήμαντος) χρησιμοποιείται εδώ με διαφορετική σημασία, έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στις αντιλήψεις του φιλοσόφου.

«καὶ διὰ τῶν αὐτῶν καὶ γίνεται πᾶσα ἀρετὴ καὶ φθείρεται» Ο Αριστοτέλης προσθέτει νέο επιχείρημα, με το οποίο δείχνει ότι η αρετή είναι προϊόν εθισμού και η ποιότητά της εξαρτάται από την ποιότητα του εθισμού που την προκαλεί. Τα ρήματα «γίνεται – φθείρεται» μας παραπέμπουν στο θεμελιώδες αντιθετικό ζεύγος της φιλοσοφικής σκέψης «γένεσις – φθορά». Η γένεση συντελείται με την άσκηση. Οι άνθρωποι γίνονται αγαθοί εθιζόμενοι στα αγαθά. Μόνο που τώρα προσθέτει ένα νέο στοιχείο: το εὖ ή το κακῶς. Η αντίθεση ανάμεσα στα ρήματα γίνεται φανερή με την παρουσία των επιρρημάτων εὖ ή το κακῶς. Δεν αρκεί δηλαδή η εξάσκηση για την απόκτηση της ηθικής αρετής. Πρέπει αυτή να γίνεται με σωστό τρόπο, δηλαδή με την εφαρμογή ηθικών κανόνων, διαφορετικά δεν αποκτιέται η ηθική αρετή και οι άνθρωποι γίνονται κακοί.

«ἐκ τῶν ὁμοίων ἐνεργειῶν αἵ ἕξεις γίνονται» Στην ενότητα αυτή εμφανίζεται μια νέα έννοια, η «ἕξις». Η λέξη αυτή ετυμολογικά παράγεται από το θέμα του μέλλοντα του ρήματος «ἔχω». Η λέξη αρχικά δήλωνε την «κατοχή», την απόκτηση», · αργότερα η λέξη χρησιμοποιήθηκε και για να δηλωθεί η ιδιότητα που απέκτησε και έχει πια κανείς αφού επανέλαβε κάτι τόσες φορές, ώστε να του έχει γίνει πια συνήθεια. Για τον Αριστοτέλη η λέξη απέκτησε ηθικό περιεχόμενο: είναι τα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας, που αποκτιούνται με την επίμονη άσκηση και την επανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών. Οι έξεις έχουν διττό χαρακτήρα, μπορεί να είναι καλές ή κακές. Τα μόνιμα αυτά στοιχεία αποκτιούνται με την επανάληψη μιας πράξης, που συνιστά την «ἕξιν». Ακριβώς ότι η «ἕξις» απορρέει από εθισμό και δεν είναι κάτι έμφυτο φαίνεται και από τη χρήση του ρήματος «γίνονται», το οποίο δείχνει ότι η «ἕξις» προκύπτει μέσα από μία διαδικασία, από ένα βαθμιαίο τρόπο διαμόρφωσής της και κατάκτησής της από τον άνθρωπο

Β2. α. O Αριστοτέλης τόνισε ο φιλόσοφος ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως, αλλά είναι αποτέλεσμα εθισμού, συνεχούς επανάληψης. Αυτό που συμβαίνει με τις αρετές είναι ίδιο με αυτό που σημαίνει και στις τέχνες, Ο ρόλος των τριών λέξεων «Οὕτω δὴ καὶ» είναι εισαγωγικός στο νέο επιχείρημα του Αριστοτέλη. Δηλώνει ότι όσα θα πει είναι συνέχεια των προηγούμενων. Μάλιστα δεν πρόκειται για απλή συνέχεια αλλά για αναλογία με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως. Ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί δηλαδή σ’ αυτή την ενότητα αναλογικό συλλογισμό (αναλογική σύνδεση των εννοιών τέχνη και αρετή): όπως για την εκμάθηση των τεχνών είναι απαραίτητος ο εθισμός σε κατάλληλες ενέργειες, έτσι και για την κατάκτηση των ηθικών αρετών έχει σημασία η επανάληψη ίδιων πράξεων («ὁμοίων ἐνεργειῶν»).

 β. Ο Αριστοτέλης προβαίνει στην παρουσίαση παραδειγμάτων για να δείξει ότι, όπως και στις τέχνες, έτσι και στις αρετές η απόκτησή τους γίνεται με τον εθισμό και η ποιότητά τους εξαρτάται από την ποιότητα του εθισμού που προηγήθηκε. Με τη χρήση των ρηματικών τύπων που αναφέρονται σε πράξεις, «γινόμεθα - γίνονται - πράττοντες - ἐθιζόμενοι» δηλώνεται ενέργεια, ενώ ο ενεστώτας δηλώνει την επανάληψη. Έτσι, δίνεται η ευκαιρία στον Αριστοτέλη να αποδείξει τον βαθμιαίο τρόπο κατάκτησης της αρετής, καθώς και ότι και οι έξεις, όπως και οι αρετές, δεν υπάρχουν εκ φύσεως, αλλά είναι αποτελέσματα κάποιων ενεργειών. Ειδικότερα, το πρώτο παράδειγμα «πράττοντες γὰρ τὰ ἐν τοῖς συναλλάγμασι τοῖς πρὸς τοὺς ἀνθρώπους γινόμεθα οἳ μὲν δίκαιοι οἳ δὲ ἄδικοι» αναφέρεται στις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων.

Με το δεύτερο παράδειγμα «πράττοντες δὲ τὰ ἐν τοῖς δεινοῖς καὶ ἐθιζόμενοι φοβεῖσθαι ἢ θαρρεῖν οἳ μὲν ἀνδρεῖοι οἳ δὲ δειλοὶ» ο Αριστοτέλης δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μαθαίνουν να αντιμετωπίζουν τις δύσκολες και αντίξοες καταστάσεις στη ζωή τους, διαμορφώνει τη στάση και τη συμπεριφορά τους

 «Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ περὶ τὰς ἐπιθυμίας ἔχει καὶ τὰ περὶ τὰς ὀργάς• οἳ μὲν γὰρ σώφρονες καὶ πρᾶοι γίνονται, οἳ δ’ ἀκόλαστοι καὶ ὀργίλοι, οἳ μὲν ἐκ τοῦ οὑτωσὶ ἐν αὐτοῖς ἀναστρέφεσθαι, οἳ δὲ ἐκ τοῦ οὑτωσί.» Με αυτό ο Αριστοτέλης εξηγεί ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον ίδιο τον εαυτό τους και μάλιστα τις επιθυμίες και τις ορμές τους, πάθη τους καθορίζει τον χαρακτήρα τους.

Β3. Η σημασία της Ακαδημίας βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν το σημείο συνάντησης σημαντικών λογίων της εποχής… την ελάχιστα οπωσδήποτε ποιητική (τέτοια ήταν κατά βάση η ψυχοσύνθεση του Πλάτωνα).

Β4. γηγενής  γινόμενον ἐσθλός  ἐστίν μισαλλοδοξία  συναλλάγμασι δέος  δειλοί/ δεινοῖς στρεβλός  ἀναστρέφεσθαι

ΑΓΝΩΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Γ1. Μου φαίνεται, είπα εγώ, ότι αναφέρεις ως ικανοποιητικό αποδεικτικό στοιχείο, ότι η τέχνη να γράφει κανείς λόγους δεν είναι εκείνη που θα έκανε ευτυχισμένο κάποιον αν την κατείχε. Κι όμως εγώ νόμιζα πως κάπου εδώ θα εμφανιζόταν η επιστήμη την οποία τόση ώρα αναζητούμε. Γιατί πραγματικά οι άνθρωποι αυτοί που γράφουν τους λόγους, όταν συναναστρέφομαι μαζί τους, μου δίνουν την εντύπωση, Κλεινία, πως είναι υπερβολικά σοφοί και η ίδια η τέχνη τους κάτι θαυμάσιο και σπουδαίο. και όμως αυτό δεν είναι καθόλου παράδοξο: γιατί αυτή αποτελεί μέρος της τέχνης των μάγων και (είναι) ελάχιστα κατώτερη από εκείνη, αφού αυτή γοητεύει φίδια, αράχνες, σκορπιούς και άλλα θηρία, καθώς και αρρώστιες, ενώ η άλλη τυχαίνει να γοητεύει και να ανακουφίζει και δικαστές και μέλη της εκκλησίας του δήμου και άλλα πλήθη.

Γ2. ἔφην: φάτε     κτησάμενος: ἐκτῶ      τις: τινῶν     εὐδαίμων: εὔδαιμον      ᾤμην: ᾠήθη φανήσεσθαι: πεφάνθω     πάλαι: παλαίτερον      κήλησις: κήλησι     τυγχάνει: τύχοιεν       οὖσα: ἐσομέναις

 Γ3.α. μοι: δοτική προσωπική του κρίνοντος προσώπου από το ρήμα δοκεῖς εὐδαίμων: Κατηγορούμενο στο τις μέσω του συνδετικού ρήματος ἄν εἴη          ἥν: Αντικείμενο στο ρήμα ζητοῦμεν         ἐκείνης: γενική συγκριτική από το επίθετο ὑποδεεστέρα  οὖσα: κατηγορηματική μετοχή που αναφέρεται στο υποκείμενο (ἡ δε) του ρήματος τυγχάνει

 Γ3.β. κτησάμενος: επιρρηματική υποθετική μετοχή συνημμένη στο υποκείμενο (τις) του ρήματος ἄν εἴη  Αναλύεται σε δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση (λανθάνων υποθετικός λόγος) Y. εἴ τις κτήσαιτο (εἴ + ευκτική)  Α. εὐδαίμων ἄν εἴη (δυνητική ευκτική) Εκφέρεται με ευκτική που δηλώνει την απλή σκέψη του λέγοντος