Ενας τάφος, δύο είσοδοι

Και οι εργασίες στον Τύμβο Καστά της Αμφίπολης καλά κρατούν και μάλιστα με αμείωτο ρυθμό, με τους αρχαιολόγους (επικεφαλής η Κατερίνα Περιστέρη) να επικεντρώνονται την Παρασκευή σε στερεώσεις και συντηρήσεις κυρίως της καμάρας επάνω και δίπλα από τις Σφίγγες. Παράλληλα, γίνονται στερεώσεις των χρωμάτων που εντοπίστηκαν στο μαρμάρινο κιονόκρανο και στο επιστύλιο και πλέον ετοιμάζονται τα επόμενα βήματα της αρχαιολογικής ομάδας.

Σύμφωνα με πληροφορίες, οι αρχαιολόγοι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, επειδή εκεί, αν και τα θεμέλια του τάφου βρίσκονται στο φυσικό έδαφος του λόφου (γεγονός που παρέχει μια σχετική ασφάλεια) τα εδάφη μαργαϊκά, δηλαδή μετατρέπονται εύκολα σε λάσπη. Αυτός είναι και ο λόγος που η αρχαιολογική ομάδα θα προσπαθήσει να αφαιρέσει κι άλλο βάρος από το μνημείο, διά της μεθόδου των αποχωματώσεων. Όμως επειδή, επί του τάφου έχουν συσσωρευτεί τόνοι ποταμίσιας άμμου για τη δημιουργία του τύμβου, που ως φερτό υλικό δεν έχει καμία συνοχή, οι κινήσεις πρέπει να είναι προσεκτικές ώστε σε καμία περίπτωση να μην ο θόλος να μην «καθίσει» ή η πρόσοψη να μη γείρει προς τα έξω.

Πάντως, την Παρασκευή, η επικεφαλής των ερευνών Κατερίνα Περιστέρη, απαντώντας σε ερώτηση για το εάν έχουν βρεθεί τα κεφάλια των Σφιγγών, είπε ότι «τα κεφάλια είναι ένθετα, άρα το πιθανότερο είναι να βρίσκονται πίσω». Σε ό,τι αφορά τα μέχρι στιγμής ευρήματα, σημείωσε: «Ήδη έχουμε τα σκαλοπάτια, το δάπεδο και τον τοίχο σφράγισης, ο οποίος είναι πολύ στέρεος και πρέπει σιγά σιγά να τον αφαιρέσουμε και να βρούμε όλη την πρόσοψη. Οι Σφίγγες φαίνονται, η μία και το ένα μέρος της άλλης, γιατί έχουν αφαιρέσει κάποιες πέτρες στα ρωμαϊκά χρόνια και δεν μπόρεσαν να πάνε μακριά με έναν τέτοιο τοίχο σφράγισης».

Παράλληλα, η κυρία Περιστέρη υποδεχόμενη την Παρασκευή στην Αρχαία Αμφίπολη, εννεαμελές κλιμάκιο του ΣΥΡΙΖΑ, με επικεφαλής την υπεύθυνη για θέματα Πολιτισμού του κόμματος, βουλευτή Άννα Χατζησοφιά, έκανε λόγο για έναν «μοναδικό τάφο όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και τα Βαλκάνια», ένα «οικουμενικό μνημείο». Σε δηλώσεις της, η επικεφαλής της ανασκαφής στον τύμβο Καστά επιβεβαίωσε ότι η περίβολος του ταφικού μνημείου είναι έργο του Δεινοκράτη, όπως και ο τάφος, και χρονολογούνται το 325-300 π.Χ., ενώ διέψευσε τις πληροφορίες περί τριών τάφων, κρυμμένων πίσω από την είσοδο, λέγοντας πως πρόκειται για «παραφιλολογία».

Διατύπωσε δε, την εκτίμηση πως «είναι δύσκολο να έχει συληθεί ένας τέτοιος τάφος. Είμαστε σαν τους χειρουργούς. Πάμε σιγά σιγά. Η ανασκαφή θα μας δείξει τι έχουμε μέσα» ανέφερε χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το Σάββατο, το υπουργείο Πολιτισμού, προσπάθησε να ρίξει τους τόνους ανακοινώνοντας πως η κυρία Περιστέρη είπε ότι «θα δείξει αν ο τάφος έχει συληθεί ή όχι». Τέλος, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αρχαιολόγου Χάιδως Κουκούλη στην εφημερίδα «Έθνος», το νέο αρχαιολογικό εύρημα μπορεί να κρύβει και άλλα στοιχεία, όπως νεκρική πυρά, και οι έρευνες καλό θα ήταν να επεκταθούν και σε αυτά. Ενώ, όπως αναφέρει η εφημερίδα, οι αρχαιολόγοι, δεν αποκλείουν γενικώς σε μακεδονικούς τάφους, όπως και στην εν λόγω περίπτωση, την είσοδό τους από την οροφή, ιδίως αν βρεθεί άνοιγμα που έχει γίνει στο παρελθόν από τυμβωρύχους ή από κατάρρευση. Ισχυρή είναι βεβαίως και η περίπτωση της εισόδου από την κανονική θύρα, η οποία σφραγίζεται μετά την τοποθέτηση του νεκρού.

Να σημειώσουμε ότι το ενδιαφέρον για τις ανασκαφές, έχει ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας και συνεχώς συρρέουν είτε απλοί πολίτες (κυρίως από τη Βόρεια Μακεδονία) είτε δημοσιογραφικές αποστολές από το εξωτερικό με αποτέλεσμα τα μέτρα ασφαλείας να έχουν ενισχυθεί και να απαγορεύεται αυστηρά η είσοδος στο χώρο των ανασκαφών. Σύμφωνα δε με τον υπουργό Πολιτισμού Κώστα Τασούλα, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσει η Ελλάδα την πολιτική της όσον αφορά την ανάδειξη των μνημείων της. «Νομίζω ότι με αφορμή αυτή την εξέλιξη και την έκρηξη ενδιαφέροντος και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για το μνημείο αυτό το μοναδικό, αξίζει να σκεφτούμε πάλι το θέμα της ανάδειξης του πολιτισμού μας, το θέμα της περηφάνιας που μας προκαλεί ο πολιτισμός μας και το θέμα της προστασίας του, σε συνδυασμό με την αξιοποίησή του περισσότερο από ότι μέχρι σήμερα, ώστε η Ελλάδα να ξανακερδίσει μέσω και του πολιτισμού της τη θέση που της αξίζει».