Λευτ. Ελευθερίου: "Το χιούμορ θέλει αυτοσαρκασμό, να ξεπεράσεις αρκετές φορές τον εαυτό σου»

«Ακόμα και όταν μια περσόνα είναι συμπαθής στον κόσμο, δεν παύει να είναι περσόνα. Όταν σβήσουν τα φώτα ή όταν όλο αυτό ξεθυμαίνει, μπορεί να ανακαλύψεις ότι έχεις “βιάσει” τον εαυτό σου για πολλή ώρα και ότι τον έφτασες στα άκρα», λέει ο Ναξιώτης ηθοποιός Λευτέρης Ελευθερίου μιλώντας στο περιοδικό «People» που κυκλοφόρησε χθες Κυριακή (14/01) με την εφημερίδα «Πρώτο Θέμα». Τίτλος του άρθρου «Περάσαμε οικογενειακώς κάποιες δύσκολες καταστάσεις» με τον «Λευτέρη μας» να πιστεύει ότι είναι μεγάλη πρόκληση να κάνεις το θεατή να γελάσει, όμως περνώντας τα χρόνια έχει αντιληφθεί πως αυτό δεν είναι το βασικό.

 «Όταν καταφέρνεις να κάνεις κάποιον να γελάσει, κερδίζεις τη συμπάθειά του, την αγάπη του και καλύπτεις μια ανασφάλεια που μπορεί να έχεις, ενώ ικανοποιείς και τον επιχειρηματία που σε έχει επιλέξει. Παλεύω όμως το χιούμορ μου να έχει κάτι έξυπνο που θα κάνει το θεατή να σκεφτεί. Η βαθιά σκέψη στα πράγματα μας κάνει καλύτερους. Το χιούμορ θέλει αυτοσαρκασμό, να ξεπεράσεις αρκετές φορές τον εαυτό σου» λέει. 

Όπως εξομολογείται, στην περίπτωσή του ισχύει σε μεγάλο βαθμό αυτό που λένε για τους κωμικούς, ότι δηλαδή μόλις τα φώτα σβήνουν, μπορεί να κρύβουν κάτι πιο σκοτεινό». 

«Ακόμα και όταν μια περσόνα είναι συμπαθής στον κόσμο, δεν παύει να είναι περσόνα. Όταν σβήσουν τα φώτα ή όταν όλο αυτό ξεθυμαίνει, μπορεί να ανακαλύψεις ότι έχεις “βιάσει” τον εαυτό σου για πολλή ώρα και ότι τον έφτασες στα άκρα. Η δουλειά είναι πάντα φθορά. Για να την κάνει κάποιος χωρίς να φθαρεί πρέπει να έχει τρομερή εμπειρία, αλλά και να φτάσει σε ένα βαθμό που να μην τον ενδιαφέρει αν θα πάρει χρήματα. Στην περίπτωση που πρέπει να συνδυάσεις πολλές παραμέτρους μαζί, όλο αυτό μπορεί να σε φθείρει. Πιστεύω ότι οι κωμικοί ηθοποιοί έχουν μια ματαιοδοξία, η οποία έχει να κάνει με το γεγονός ότι με το χιούμορ γίνεσαι αμέσως αγαπητός. Οπότε έμμεσα αναζητάς μια αγκαλιά, αποδοχή και συμπάθεια» εξηγεί.

Ο Λευτέρης γεννήθηκε και έζησε στη Νάξο μέχρι τα 11 του χρόνια. Ο πατέρας του, Γιάννης, ήταν αρχιτέκτονας και η Ιταλίδα μητέρα του, Κάρλα, βιολόγος, η οποία μάλιστα άφησε την Ιταλία για να αφοσιωθεί στην οικογένειά της – σήμερα ζει στην Αθήνα και ο πατέρας του στη Νάξο. «Ήρθα στην Αθήνα στα πιο αθώα χρόνια της ζωής μου. Περάσαμε οικογενειακώς κάποιες δύσκολες καταστάσεις και έπρεπε να φύγουμε από τη Νάξο. Οι παρέες μου, οι φίλοι μου, ο παραδεισένιος τόπος στον οποίο μεγάλωσα έμεινε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Τις παιδικές μου φιλίες τις έχω κρατήσει μέχρι σήμερα. Το πρώτο μου καλλιτεχνικό βάπτισμα έγινε στα 17 μου στη Νάξο με ένα ροκ συγκρότημα που είχαμε φτιάξει εκεί. Ήμουν κιθαρίστας και τραγουδιστής. Όμως από τότε οι φίλοι μου μου έλεγαν ότι έχω ταλέντο στην υποκριτική. Μάλλον είχαν δίκιο, γιατί κατάφερα να συντηρώ την οικογένειά μου από αυτό» λέει.