Ελλάδα - Μαζική Εστίαση: Η αγωνία για το ενοίκιο του Μαϊου

Η πανδημία του ιού COVID-19 έχει προκαλέσει εκτεταμένη υγειονομική κρίση σε παγκόσμια κλίμακα, με χιλιάδες θύματα και εκατομμύρια κρούσματα. Όμως οι συνέπειες αυτής της κρίσης δεν αφορούν μόνο την Υγεία των ανθρώπων αλλά και την Οικονομία, αφού η αναστολή σχεδόν του συνόλου της επιχειρηματικής δραστηριότητας, με απώλεια εισοδημάτων και αύξηση της ανεργίας, δημιουργεί, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μεσο-μακροπρόθεσμα, συνθήκες βαθιάς ύφεσης στην αγορά.

Όπως αναφέρει ανακοίνωση της ΕΠΟΕΣ, ειδικά για τον κλάδο της εστίασης, το παράδειγμα μεγάλων διεθνών αλυσίδων, με δεκαετίες επιτυχημένης πορείας σε οικονομικά ισχυρές χώρες της Ευρώπης, οι οποίες σήμερα κηρύσσουν πτώχευση και κλείνουν οδηγώντας στην ανεργία χιλιάδες ανθρώπους, επιβεβαιώνει ότι ακόμα και οι "ισχυροί" της αγοράς είναι ευάλωτοι στις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιουργεί η πανδημία και τα έκτακτα μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επιβεβαιώνει, επίσης, ότι η στήριξη των επιχειρήσεων από τα Κράτη είναι απολύτως αναγκαία και αποτελεί την βασική επιλογή για τον περιορισμό των οικονομικών συνεπειών για όλους.

Γι’ αυτό, από την πρώτη στιγμή που προέκυψε αυτή η κρίση, η Ελληνική Ένωση Επιχειρήσεων Οργανωμένης Εστίασης (ΕΠΟΕΣ), με αίσθημα ευθύνης και πλήρη συναίσθηση της έκτακτης κατάστασης που βιώνουν όλοι οι Έλληνες, πρότεινε στον ίδιο τον κ. Πρωθυπουργό και στους συναρμόδιους Υπουργούς μέτρα με στόχο τον δίκαιο επιμερισμό της τεράστιας ζημιάς που καταγράφει ο κλάδος της εστίασης αλλά και την κατά το δυνατόν –δεδομένων των ακραίων συνθηκών– ομαλή συνέχιση της έστω και μερικής λειτουργίας επιχειρήσεων του κλάδου, οι οποίες όμως υφίστανται σοβαρότατους περιορισμούς και δραματική μείωση του τζίρου τους.

Πολύ κρίσιμη, προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αντίληψη και η συμπεριφορά των ιδιοκτητών επαγγελματικών ακινήτων και γι’ αυτό απαιτείται η συνεργασία τους, ώστε:

α) να διασωθούν οι επιχειρήσεις του κλάδου και οι χιλιάδες θέσεις εργασίας σε αυτές, και
β) να μην προκληθεί υπερπροσφορά ακινήτων προς μίσθωση μετά την λήξη των περιοριστικών μέτρων, λόγω του μαζικού κλεισίματος επιχειρήσεων, η οποία θα πλήξει τους ίδιους τους ιδιοκτήτες ακινήτων και θα οδηγήσει σε σημαντική μείωση της αξίας των ακινήτων τους.

Η νομοθετική θέσπιση καταβολής μειωμένου μισθώματος κατά 40%, για τις επιχειρήσεις των οποίων ανεστάλη η λειτουργία με εντολή της Δημόσιας Αρχής, αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη της αναγνώρισης του προβλήματος από το Κράτος.

Ωστόσο, η ρύθμιση είναι ατελής, καθώς:

-το ποσοστό 60% του μισθώματος που καλούνται να καταβάλλουν οι επιχειρήσεις δεν ανταποκρίνεται στις δυνατότητες τους κατά την παρούσα συγκυρία, και
-δεν συμπεριλαμβάνει τις επιχειρήσεις που παραμένουν σε λειτουργία για την εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών του καταναλωτικού κοινού, μολονότι λειτουργούν σε εξαιρετικά δυσμενές πλαίσιο.

Οι επιχειρήσεις των κλάδου της οργανωμένης εστίασης, που διατηρούν χιλιάδες σημεία πώλησης προϊόντων διατροφής (προϊόντα αρτοποιίας, ζύμης, καφέ, εδεσμάτων, γρήγορου φαγητού κ.λπ.), πρωτοστατούν στην εξυπηρέτηση βασικών βιοτικών αναγκών των πολιτών, μέσα σε ιδιαίτερα δυσμενές πλαίσιο λειτουργίας.

Παρότι καταγράφουν πτώση εισπράξεων έως και 90%, πρέπει:

-να έχουν απόλυτη επάρκεια προϊόντων και υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση του κοινού,
-να πληρώνουν κανονικά το προσωπικό τους,
-να πληρώνουν κανονικά τις δαπάνες ενέργειας, ύδρευσης κ.λπ.,
-να πληρώνουν εμπρόθεσμα ολόκληρο το μηνιαίο μίσθωμα,
δηλαδή έχουν όλα τα έξοδα, αλλά ελάχιστα έσοδα, με αποτέλεσμα να βρίσκονται στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Η μεγαλύτερη από τις δαπάνες για αυτές τις επιχειρήσεις είναι το μίσθωμα, η αναλογία του οποίου, λόγω των εξαιρετικά μειωμένων εισπράξεων, είναι εξαιρετικά υψηλή, καθιστά δε τη λειτουργία των καταστημάτων μη βιώσιμη και θα τα οδηγήσει, με βεβαιότητα, σε οικονομική καταστροφή, ιδίως αφού η υποχρέωση για εμπρόθεσμη καταβολή ολόκληρου του μισθώματος ισχύει στο ακέραιο, με όλες τις δυσμενείς έννομες συνέπειες (έξωση, έκδοση διαταγών πληρωμής κ.λπ.), δημιουργώντας ασφυκτικό κλοιό.

Είναι γνωστό ότι η μισθωτική αξία ενός ακινήτου εξαρτάται άμεσα από το εκάστοτε οικονομικό περιβάλλον της χώρας, το οποίο κατά την τρέχουσα περίοδο βρίσκεται στο κατώτατο δυνατό σημείο. Είναι επίσης σαφές ότι σε τέτοιες ειδικές συνθήκες τα μισθώματα ρυθμίζονται από την αγορά.

Οι επιχειρήσεις του κλάδου μας κατά το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου έχουν όχι μόνο εξαντλήσει αλλά και ξεπεράσει τις δυνατότητες τους, βρίσκοντας ευτυχώς σε αρκετές περιπτώσεις θετική ανταπόκριση από την πλευρά ιδιοκτητών, για να καλύψουν όποιο ποσοστό των μισθωμάτων τους επιτρέπει η εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Ωστόσο είναι ξεκάθαρο ότι, εφόσον η έκτακτη κατάσταση συνεχιστεί, από την 1η Μαΐου δεν θα υπάρχει αντικειμενικά η δυνατότητα κάλυψης οποιουδήποτε ποσοστού μισθωμάτων, η καταβολή των οποίων εκτιμούμε ότι θα πρέπει να ανασταλεί πλήρως έως ότου αρθούν οι ισχύοντες περιορισμοί. Αυτή είναι, άλλωστε, η πρακτική που ακολουθείται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπου ήδη εξαγγέλλεται μηδενικό ενοίκιο για καταστήματα και επιχειρήσεις όσο διαρκεί η έκτακτη κατάσταση. Για δε την περίοδο μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων και έως την πραγματική ανάκαμψη της αγοράς, προσδοκούμε την συνεργασία των ιδιοκτητών ακινήτων για εύλογη προσωρινή μείωση των μισθωμάτων.

Η έκτακτη κατάσταση που βιώνουμε όλοι επιφέρει βίαιες αλλαγές, σε όλα τα επίπεδα. Απέναντι σε αυτές οφείλουμε να είμαστε ενωμένοι και αλληλέγγυοι. Να συνεργαστούμε ώστε να μείνουμε όλοι όρθιοι, ζωντανοί την επόμενη μέρα. Ειδικά ένας κλάδος όπως η εστίαση, που απασχολεί περίπου 700.000 συμπολίτες μας και μισθώνει χιλιάδες σημεία πώλησης σε όλη τη χώρα, είναι σημαντικό συνολικά για την ελληνική οικονομία να βρεθεί όρθιος την επόμενη μέρα, σταθερός πυλώνας της οικονομικής δραστηριότητας, της απασχόλησης και της ανάπτυξης.

Με πληροφορίες από το ΑΠΕ