Απαιτητικά τα θέματα

Με τα μαθήματα κατεύθυνσης, αρχαίων ελληνικών και μαθηματικών, συνεχίστηκαν σήμερα οι πανελλήνιες εξετάσεις με τα θέματα να είναι για …δυνατούς λύτες. Οι υποψήφιοι της θεωρητικής κατεύθυνσης εξετάστηκαν στον «Πρωταγόρα» του Πλάτωνα, κείμενο που μπορεί να χαρακτηριστεί εύκολο και που δημιουργεί προϋποθέσεις και στους μέτρια διαβασμένους μαθητές να γράψουν καλά, καθώς είναι από τα πρώτα που διδάσκονται κατά τη σχολική χρονιά. Στο άγνωστο κείμενο, ωστόσο, οι μαθητές είχαν να «αντιμετωπίσουν» τις «Ιστορίαι» του Θουκιδίδη, οι οποίες θεωρούνται δύσκολο κείμενο.  Όσον αφορά τα μαθηματικά, τα θέματα ήταν για πολύ δυνατούς λύτες, καθώς κάλυπταν όλη την ύλη. Συγκεκριμένα, όπως ανέφεραν καθηγητές στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, οι ασκήσεις ήταν πολλές, αλλά και συνδυαστικές, κάτι με το οποίο οι μαθητές δεν είναι εξοικειωμένοι, καθώς στη σχολική βιβλιογραφία δεν υπάρχουν τέτοιου είδους ασκήσεις.

Στη συνέχεια των Πανελληνίων, την ερχόμενη Τετάρτη, οι μαθητές θα εξεταστούν και πάλι σε μαθήματα κατεύθυνσης: Λατινικά (θεωρητική κατεύθυνση), Χημεία (θετική κατεύθυνση), Ανάπτυξη Εφαρμογών σε Προγραμματιστικό Περιβάλλον (τεχνολογική κατεύθυνση - κύκλος πληροφορικής και υπηρεσιών) και Ηλεκτρολογία (κύκλος τεχνολογίας και παραγωγής).

Ζητήσαμε την αρωγή του Φροντιστηρίου «Παιδεία» του Γιώργου Βάβουλα και της Αννας Ραγκούση που μας ανέφεραν ότι «Το διαγώνισμα των Αρχαίων Ελληνικών θεωρητικής κατεύθυνσης είναι απαιτητικό, με ερωτήσεις οι οποίες στο διδαγμένο κείμενο πρέπει να απαντηθούν προσεκτικά. Η μόνη ερώτηση που αποκλίνει από τις παραδοσιακές στο Γενικό Λύκειο είναι η Β4 (ερώτηση Σωστού- Λάθους στην εισαγωγή). Το αδίδακτο κείμενο (Θουκυδίδου Ιστορίαι Α. 15. 1-2) είναι υψηλού βαθμού δυσκολίας και απαιτεί προσοχή ως προς τη μετάφραση για την απόδοση ενός σωστού νεοελληνικού κειμένου, ενώ οι γραμματικές ερωτήσεις με προσοχή μπορούν να απαντηθούν επιτυχώς.

Ας δούμε τις απαντήσεις που μας έδωσαν…

Διδαγμένο κείμενο

Α1.

 Έτσι, λοιπόν προετοιμασμένοι (ή εφοδιασμένοι) στην αρχή οι άνθρωποι κατοικούσαν διασκορπισμένοι (ή εδώ κι εκεί), πόλεις όμως δεν υπήρχαν· αφανίζονταν λοιπόν από τα θηρία, επειδή από κάθε άποψη πιο αδύναμοι απ’ αυτά ήταν, και οι τεχνικές γνώσεις ήταν σημαντική βοήθεια σε αυτούς για την ανεύρεση της τροφής τους, ανεπαρκείς ωστόσο για τον πόλεμο με τα θηρία - γιατί την τέχνη για την οργάνωση της πολιτείας (δηλ. την πολιτική τέχνη) δεν την είχαν ακόμη, της οποίας μέρος (ενν. είναι) η πολεμική- ένιωθαν, λοιπόν, την ανάγκη να συγκεντρώνονται (ή να συναθροίζονται) και να εξασφαλίζουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις· κάθε φορά, λοιπόν, που συγκεντρώνονταν (ή συναθροίζονταν), αδικούσαν ο ένας τον άλλο, επειδή δεν είχαν την πολιτική τέχνη, ώστε πάλι διασκορπιζόμενοι καταστρέφονταν. Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως χαθεί εντελώς, στέλνει τον Ερμή να φέρει (που έφερνε) στους ανθρώπους το σεβασμό και τη δικαιοσύνη, για να υπάρχει και τάξη στις πόλεις και δεσμοί που να συνδέουν τους ανθρώπους με φιλία

Β1. Σύμφωνα με το μύθο του Πρωταγόρα η πιθανή εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού χωρίζεται σε τρεις διακεκριμένες φάσεις, η δεύτερη από τις οποίες, η φάση του Προμηθέα, εγκαινιάζεται από την προσφορά του δώρου της φωτιάς («ἔντεχνος σοφία σύν πυρί »).

Η φωτιά αποτελεί στοιχείο αναγκαίο της προόδου και στοιχείο θείας ουσίας, το θεϊκό δηλαδή μερίδιο που είχαν την τύχη, χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα, να λάβουν μόνο οι άνθρωποι. Είναι θεϊκό, γιατί το κατείχαν ως τότε μόνο οι θεοί, οι άνθρωποι το απέκτησαν με θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα, ενώ επιτρέποντας στον άνθρωπο να αναπτύξει τεχνικό πολιτισμό, του επέτρεψε κατά συνέπεια να αναγνωρίσει την ύπαρξη των θεών, να δημιουργήσει θρησκεία, να αποκτήσει εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, να μεταμορφωθεί σε δημιουργό της ζωής του και να αναγνωρίσει το θεό μέσα του, δηλαδή τη θεϊκή του φύση. Η πρώτη και άμεση, λοιπόν, συνέπεια του δώρου της φωτιάς, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, είναι ακριβώς η εμφάνιση της θρησκείας.

Β2. Σύμφωνα με τον μύθο του Πρωταγόρα, η ανθρώπινη ιστορία μοιράζεται σε τρεις διακεκριμένες φάσεις: στην πρώτη ο άνθρωπος σχηματίζεται βιολογικά, αλλά μένει «γυμνός, ἀνυπόδητος, ἄστρωτος και ἄοπλος» λόγω της απρονοησίας του Επιμηθέα.

Στη δεύτερη, που εγκαινιάζεται από την προσφορά του Προμηθέα («ἔντεχνος σοφία σύν πυρί »), ο άνθρωπος ενισχύθηκε με στοιχεία επιβίωσης, αφού χάρη στη λογική του και στις έμφυτες τεχνικές δεξιότητές του ανέπτυξε τεχνικό πολιτισμό, εκδήλωσε το ένστικτο της θρησκευτικότητας και προσπάθησε να σχηματίσει τις πρώτες κοινωνίες. Κι ενώ το δώρο της φωτιάς προίκισε τη φύση του ανθρώπου με κάτι «θεϊκό» και του επέτρεψε να αντισταθμίσει την αμέλεια του Επιμηθέα, τελικά δεν τον έκανε ούτε «πολίτη», ούτε «σοφό». Έτσι , οι τέχνες τον αφήνουν έκθετο στην απειλή του ολοκληρωτικού αφανισμού που οφείλεται τόσο στους αγώνες του εναντίον των άγριων θηρίων, όσο κι εναντίον των άλλων ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα, οι άνθρωποι σε πρώτο στάδιο κατοικούσαν διασκορπισμένοι (ᾤκουν σποράδην), και δεν μπορούσαν να σχηματίσουν πόλεις, δηλαδή ευρύτερους οικισμούς που διέπονται από ξεχωριστούς νόμους και έχουν ξεχωριστή πολιτική εξουσία. Ως κύρια αιτία αδυναμίας συγκρότησης πόλεων, κατά τον Πρωταγόρα, ήταν η ίδια η ανθρώπινη φύση, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η αδικία, εξαιτίας της οποίας κάθε φορά που συγκεντρώνονταν (ὅτ' οὖν ἁθροισθεῖεν), επειδή αδικούσαν ο ένας τον άλλο, αναγκάζονταν να διασκορπίζονται με κίνδυνο αφανισμού.

Στην τρίτη περίοδο του ανθρωπίνου πολιτισμού που εγκαινιάζεται από την επέμβαση του Δία, ο άνθρωπος σχημάτισε πόλεις και δημιούργησε την πολιτική οργάνωση. Οι άνθρωποι δέχονται κοινές ηθικές αξίες, την «αιδώ» και τη «δίκη».

 «Αδς» είναι το αίσθημα ντροπής του κοινωνικού ανθρώπου για κάθε πράξη που προσκρούει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού περιβάλλοντος, καθώς και η αγανάκτηση που συχνά εκδηλώνεται με αποδοκιμασία για όποιον ενεργεί αντικοινωνικά. Για τους αρχαίους η αιδώς είναι η βασική απαίτηση που έχει η κοινωνία από έναν άνθρωπο που θέλει να λογίζεται ενάρετος. Είναι το αυτοσυναίσθημα που υπογραμμίζει τα όριά μας σε σχέση με τους άλλους, μας αποτρέπει από την παράβαση των άγραφων νόμων της ηθικής και εξασφαλίζει τον αλληλοσεβασμό και τη σεμνότητα• είναι το αίσθημα της ντροπής μπροστά σε κάθε άπρεπη πράξη, καθώς και το αίσθημα της ευθύνης που δεν μας επιτρέπει να κάνουμε πίσω μπροστά στο χρέος• είναι ο σεβασμός απέναντι στη δημόσια γνώμη, ο σεβασμός του ανθρώπου σε άνθρωπο, που καταλήγει να σημαίνει αυτοσεβασμός, η σωφροσύνη, ο αυτοέλεγχος και η φιλοτιμία. «Δίκη» είναι η αίσθηση του σωστού ή της δικαιοσύνης, η έμφυτη αντίληψη για το δίκαιο, ο σεβασμός προς τους γραπτούς νόμους της πολιτείας, ο σεβασμός των δικαιωμάτων των συνανθρώπων μας και οι ενέργειες για την αποκατάσταση αυτών των δικαιωμάτων, όταν αυτά καταπατώνται. Είναι το συναίσθημα της δικαιοσύνης ,της έμφυτης αντίληψης για το δίκαιο και της διαρκούς θέλησης του ανθρώπου να αποδίδει στον καθένα αυτά που του ανήκουν σύμφωνα με γραπτούς και άγραφους νόμους.

Οι δεσμοί φιλίας μεταξύ των πολιτών και μεταξύ των πολιτών και του κράτους είναι το αποτέλεσμα αλληλοσεβασμού, αισθήματος δικαιοσύνης και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, στοιχείων δηλαδή που συνιστούν την αιδώ και τη δίκη. Από τις δυο αυτές έννοιες πηγάζει η πολιτική αρετή, με αυτές εξασφαλίζεται η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, εμπεδώνεται η πολιτική ενότητα και η κοινωνική αρμονία. Κατοχυρώνεται η ισονομία και η ομόνοια,

 Β3. Ο Δίας διατάζει να μοιραστούν σε όλους ανεξαιρέτως η αιδώς και η δίκη για να μπορέσει μία κοινωνία να προχωρήσει σε πολιτική συγκρότηση (πάντες μετεχόντων). Η εξήγηση δίνεται από τον ίδιο και καταδεικνύει πόσο σημαντική και απαραίτητη είναι η διανομή της πολιτικής αρετής σε όλους. Η ύπαρξη των πόλεων και κατ΄ επέκταση η επιβίωση του ανθρώπου εξαρτάται αποκλειστικά από την καθολική συμμετοχή στην αιδώ και τη δίκη.. Ο Πρωταγόρας τελειώνει τον μύθο με τον Δία να επιβάλει αυστηρά με θέσπιση νόμου την ανάγκη της καθολικότητας της πολιτικής αρετής και μάλιστα με την επιβολή της ποινής του θανάτου, δηλώνει την πολύ μεγάλη σημασία που δίνει στις αξίες της αιδούς και της δίκης για τη συγκρότηση και τη διατήρηση της πολιτείας. Βέβαια, ο νόμος του Δία αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο κάποιος άνθρωπος να αποδειχθεί ανίκανος να τις αποκτήσει. Η σημασία και η αυστηρότητα του νόμου του Δία τονίζεται από την επιβολή θανατικής ποινής (κτείνειν ὡς νόσον πόλεως) σε όποιον δεν συμμορφώνεται στις εντολές του. Η παρομοίωση όποιου δεν συμμετέχει στην πολιτική αρετή με αρρώστια της πόλης υποδηλώνει ότι αποτελεί κίνδυνο γι’ αυτή και πρέπει να θανατωθεί, για να διαφυλαχθεί η τάξη και η ισορροπία του συνόλου. Τον κεντρικό άξονα του μύθου συγκροτεί η σκέψη ότι η πολιτική τέχνη έχει φυσική καταβολή στον άνθρωπο. Υπάρχει, δηλαδή, η φυσική προδιάθεση για την απόκτηση της, η ίδια όμως δεν είναι φυσική, ούτε αυτονόητη, αλλά αποτελεί απόκτημα του κοινωνικού ανθρώπου («νόμῳ»). Επιπλέον η επιβολή της ποινής του θανάτου από τον Δία, και συνεπώς η αδυναμία του να εξασφαλίσει την καθολικότητά τους, δείχνει ότι οι αξίες της αιδούς και της δίκης δεν είναι έμφυτες, γιατί δεν αποτελούσαν γνώρισμα της αρχικής ανθρώπινης φύσης.

Με βάση το μεταφρασμένο απόσπασμα ο Πρωταγόρας υπενθυμίζει ότι έχει αποδείξει το διδακτό της πολιτικής αρετής σε ιδιωτικό και δημόσιο επίπεδο. Έχοντας αυτό ως δεδομένο προσπαθεί να εξηγήσει διεξοδικότερα γιατί είναι πολύ περίεργο να πιστεύουμε ότι οι σπουδαίοι πολιτικοί άνδρες δε διδάσκουν στα παιδιά τους την αρετή. Εφόσον λοιπόν η αρετή είναι διδακτή, είναι παράλογο οι άριστοι άνδρες να φροντίζουν για την εκπαίδευση των παιδιών σε θέματα όπως η ανάγνωση και η αριθμητική , η άγνοια των οποίων δεν εγκυμονεί κανένα κίνδυνο για τα ίδια, και να μην μεριμνούν για τη διδασκαλία της αρετής , χωρίς την οποία τα παιδιά τους κινδυνεύουν να υποστούν τις πιο σοβαρές κυρώσεις ( θάνατος , εξορία , δήμευση περιουσίας , συνολική καταστροφή του οίκου τους). Ο Πρωταγόρας εδώ χρησιμοποιεί ένα συλλογισμό «ἐκ τοῦ ελάσσονος πρὸς τὸ μεῖζον» για να τεκμηριώσει τη θέση του: αφού οι πολιτικοί άνδρες διδάσκουν στα παιδιά τους τα πιο ασήμαντα, είναι λογικό ότι τους διδάσκουν και τα σημαντικά. Γι’ αυτό κρίνεται απαραίτητη η τιμωρία στους αθεράπευτα απέχοντες από τους νόμους ανθρώπους, οι οποίοι, παρά τις διδακτικές μεθόδους και την επιμέλεια που τους επιβλήθηκαν, δεν υπήρξαν ικανοί να ζήσουν με την αιδώ και τη δίκη.

Β4. α. Σωστό β. Λάθος γ. Λάθος δ. Σωστό ε. Λάθος

Β5. λοχαγός: ἅγοντα, συναγωγοί ἀγαλλίασις: ἀγάλματα θρέψις : τροφάς , τροφήν βαθμίς: βωμούς ἅφιξις: ἱκανή ὀχυρός: μετέσχε, εἶχον, ἒχοντες, ἒχων, μετεχόντων, μετέχοιεν, μετέχειν. διάδημα: ὑποδέσεις νεογνός: συγγένειαν, γένει, γένοιντο, ὀλέθριος: ἀπώλλυντο, ἀπόλοιτο δεισιδαίμων: δείσας

ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Γ1. Μετάφραση :  Οι ναυτικές δυνάμεις, λοιπόν, των Ελλήνων τέτοιες ήταν και στα παλιά και στα νεότερα χρόνια. Όσοι, όμως, έστρεψαν την προσοχή τους σε αυτό (δηλ. στο ναυτικό) απέκτησαν πάρα πολύ μεγάλη δύναμη και στην αύξηση των εσόδων τους και στην επιβολή τους σε άλλους· γιατί, κυρίως όσοι τυχόν δεν είχαν επαρκή γη, πλέοντας εναντίον των νησιών τα υπέτασσαν. Στη στεριά, αντίθετα, δεν έγινε κανένας αξιόλογος πόλεμος, απ’ όπου και κάποια ισχυρή δύναμη να αναδείχθηκε· όλοι οι πόλεμοι, λοιπόν, όσοι και έγιναν, ήταν εναντίον γειτονικών στον καθένα πόλεων, και εκστρατείες σε πόλεις πολύ μακριά από την πατρίδα τους με σκοπό την υποταγή άλλων δεν έκαναν οι Έλληνες. Γιατί δεν είχαν συνασπιστεί ακόμα με τις πολύ ισχυρές πόλεις ώστε να είναι υπήκοοι ούτε πάλι οι ίδιοι μόνοι τους με ίσους όρους έκαναν κοινές εκστρατείες [...]. Μονάδες 10

Γ2.

ἦν : ἒσται

ἐλαχίστην : ἐλάττ(σσ)οσι(ν)

προσσχόντες : πρόσσχωμεν

ἐπιπλέοντες : ἐπιπλεῖτε

κατεστρέφοντο : κατεστράφθω

μάλιστα : μάλα

διαρκῆ : διαρκές

ἐκδήμους : ἐκδήμοις

οὐδείς : οὐδεμιᾶς

ἐξῇσαν : ἐξελθεῖν

Γ3α.

τά ναυτικά : υποκείμενο του ρήματος «ἦν» (αττική σύνταξη)

αὐτοῖς : αντικείμενο στο «οἱπροσσχόντες» (ρηματικός τύπος σύνθετος με την πρόθε-ση σύν-)

ἂλλων : γενική αντικειμενική ως ονοματικός ετερόπτωτος προσδιορισμός στο «ἀρχῇ» (ουσιαστικό εξουσίας)

ἐπίκαταστροφῇ : επιρρηματικός εμπρόθετος προσδιορισμός σκοπού στο «οὐκἐξῇσαν» (ρήμα κίνησης)

ὑπήκοοι : επιρρηματικό κατηγορούμενο σκοπού που αναφέρεται στο εννοούμενο υποκείμενο «οἱἝλληνες» και προσδιορίζει το ρήμα σκόπιμης ενέργειας «ξυνειστήκεσαν» Μονάδες 5

Γ3α. Πλάγιοςλόγος:

1οςτρόπος: Ἅπαντες γιγνώσκουσιν ὅτι ἰσχύν περιεποιήσαντο ὅμως οὐκ ἐλαχίστην οἱ προσσχό ντεςαὐτοῖς. (Διευκρίνιση: Η κύρια πρόταση κρίσεως μετατρέπεται στον πλάγιο λόγο σε ειδική πρόταση εκφερόμενη με απλή Οριστική, επειδή εξαρτάται από ρήμα αρκτικού χρόνου).

2ος τρόπος: Ἅπαντες γιγνώσκουσιν ἰσχύν περιποιήσασθαι ὅμως οὐκ ἐλαχίστην τούς  προσσχόντας αὐτοῖς. (Διευκρίνιση: Η κύρια πρόταση κρίσεως μετατρέπεται στον πλάγιο λόγο σε ειδικό απαρέμφατο με ετεροπροσωπία).

 3ος τρόπος: Ἅπαντες γιγνώσκουσιν ἰσχύν περιποιησαμένους ὅμως οὐκ ἐλαχίστην τούς προσσχόντας αὐτοῖς. (Διευκρίνιση: Η κύρια πρόταση κρίσεως μετατρέπεται στον πλάγιο λόγο σε κατηγορηματική μετοχή).

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ : ΒΑΒΟΥΛΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΡΑΓΚΟΥΣΗ ΑΝΝΑ