Νάξος: Η "Γεροντοελιά στ΄ Αδησαρού" αποκαλύπτει μυστικά υγείας

Η ιστορία της ελιάς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή των ανθρώπων της Μεσογείου. Ακόμα και σήμερα όμως, ο τόπος προέλευσης και ο τόπος εξημέρωσης της ελιάς παραμένουν άγνωστοι και αποτελούν αντικείμενο έρευνας για πολλούς επιστήμονες.

Της Μαρίας Σκάρκου (#)

Yπάρχουν πολλές θεωρίες σχετικά με την καταγωγή της ελιάς. Ως τόποι καταγωγής της έχουν προταθεί  διάφορες περιοχές όπως η ανατολική Μεσόγειος, η Ανατολία (νότια Μικρά Ασία), η Συρία και η κεντρική Μεσοποταμία. Για τους Έλληνες ο καρπός της ελιάς ήταν ιερός από την αρχαιότητα. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ελιά φυτεύτηκε από την θεά Αθηνά στην Ακρόπολη ως δώρο στους Έλληνες.  Άλλη θεωρία υποστηρίζει πως λόγω της μεταφοράς των σπόρων από την ελιά της Μικράς Ασίας  στα νησιά του Αιγαίου, μέσω των πτηνών,  η ελιά έφτασε στην Ελλάδα.

Παρόλα αυτά υπάρχουν  πολλά στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν πως  η Ελλάδα, και συγκεκριμένα η ανατολική ηπειρωτική Ελλάδα, η Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου, είναι  το πρωτογενές κέντρο εξημέρωσης της ελιάς και κέντρο εξέλιξης της ελαιοκαλλιέργειας, αν όχι το πρωτογενές κέντρο καταγωγής της. Η θεωρία αυτή υποστηρίχθηκε από τη δεκαετία του 1950 από τον καθηγητή Αναγνωστόπουλο και στη συνέχεια από τον ερευνητή κ. Κωστελένο ο οποίος έχει εκδώσει ένα σχετικό βιβλίο.

Αρχικά το όνομα «ελαία», το οποίο δεν έχει καμία ετυμολογική σχέση με την εβραϊκή ή αιγυπτιακή ονομασία της ελιάς, δηλώνει ότι η ελαιοκαλλιέργεια στην Ελλάδα δεν εισήχθη από τη μέση Ανατολή, αλλά ξεκίνησε και εξελίχθηκε στην Ελλάδα. Επίσης, ήμερες ελιές με  φυσικώς βρώσιμους καρπούς χωρίς επεξεργασία έχουν βρεθεί μόνο στη μινωική και μυκηναϊκή Κρήτη, στα νησιά του Αιγαίου και στη μυκηναϊκή ηπειρωτική Ελλάδα. Η θεωρία της πρωτογενούς εξημέρωσης της ελιάς στον Ελλαδικό χώρο ενισχύεται από την ύπαρξη στη Νάξο ενός  προμινωικού πολύκορμου ελαιόδεντρου, το οποίο εκτιμάται ότι  είναι το γηραιότερο εν ζωή ελαιόδεντρο στον κόσμο. Το ελαιόδεντρο αυτό αποτελείται από πολλούς κορμούς  οι οποίοι σχηματίζουν ελλειπτικά έναν ενιαίο μεγαλύτερο κορμό με διάμετρο 10,8 μέτρα και περίμετρο 29 μέτρα, ενώ εσωτερικά των κορμών αυτών υπάρχει κενό. Η ηλικία του δέντρου υπολογίζεται να είναι μεγαλύτερη των 5.000 ετών πολύ παλιότερη από την αρχαιά ελιά των Βουβών της Κρήτης και οποιοδήποτε άλλο περιγεγραμμένο ελαιόδεντρο.

Βρίσκεται σε έναν ελαιώνα στο νότιο τμήμα της Νάξου, στην περιοχή τ’ Αδησαρού. Στον ίδιο ελαιώνα υπάρχουν και άλλα ελαιόδεντρα πάρα πολύ μεγάλης ηλικίας, καθώς και ένας  Βυζαντινός ναός,  του Αγίου Ισιδώρου που χρονολογείται τον 6ο-7ο αιώνα και μία πηγή,  με την επωνυμία «βρύση τ΄Αδησαρού»  που προσδίδει την απαραίτητη υγρασία στο έδαφος του ελαιώνα. Το αρχαίο ελαιόδεντρο της Νάξου ανήκει στην ποικιλία Θρουμπολιά Αιγαίου, και αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι δεν είναι ένα τυχαίο δέντρο, αφού τα δύο σημαντικότερα κριτήρια επιλογής καλλιέργειας των ποικιλιών ελιάς κατά την αρχαιότητα ήταν το μεγάλο μέγεθος καρπών και η μεγάλη ελαιοπεριεκτικότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη ποικιλία ελιάς. Επίσης η μοναδικότητα της Θρουμπολιάς Αιγαίου ως προς την κατανάλωση των καρπών απευθείας από τα δέντρα, καθώς και η αυτόματη εκπίκρανση του καρπού της πάνω στο δέντρο, την κατέστησαν ως την σημαντικότερη για καλλιέργεια ποικιλία ελιάς στην Ελλάδα κατά την αρχαιότητα. Επιπλέον από ανασκαφές που έγιναν στην περιοχή Σπεδού της Νάξου (στο νότιο τμήμα του νησιού), σε έναν τάφο βρέθηκαν πήλινα αγγεία με υπολείμματα ελαιολάδου ηλικίας άνω των 4000 ετών. Αυτό πιθανώς να  προέρχεται από το Αρχαίο ελαιόδεντρο της Νάξου, αφού αποτελεί το αρχαιότερο δέντρο του νησιού, και αποδεικνύει την πρώιμη εκκίνηση της διαδικασία ελαιοποίησης και αξιοποίησης του καρπού της ελιάς στη Νάξο.

Η παραγωγή βρώσιμων καρπών και ελαιολάδου από τα αρχαία δέντρα του ελαιώνα της Νάξου συνεχίζεται ακόμα και σήμερα με μεγάλη επιτυχία. Ο συγκεκριμένος ελαιώνας αποτελεί ζωντανό μνημείο για τη Νάξο και για ολόκληρη την Ελλάδα και πρέπει οπωσδήποτε να αναδειχθεί, όπως επίσης και η περιοχή γύρω από τον ελαιώνα η οποία χρίζει αρχαιολογικού ενδιαφέροντος καθώς περιλαμβάνει και το βυζαντινό κάστρο του Απαλίρου.

Η Θρουμπολιά Αιγαίου, θα μπορούσε να θεωρηθεί άμεσα συσχετισμένη με τις πρώτες μινωικές ποικιλίες ελιάς εφόσον έρευνες πυρήνων ελιάς που βρέθηκαν σε παλαιοανακτορικά στρώματα ανασκαφής στην ακρόπολη Σμαρίου Κρήτης μοιάζουν στο σχήμα και μέγεθος με τους πυρήνες της θρουμπολιάς Αιγαίου. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η συγκεκριμένη ποικιλία να είναι ταυτόσημη με την αρχαία ποικιλία του ελαιώνα της Αττικής αλλά αυτό πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελλοντικής μελέτης.

Εντυπωσιασμένοι από το τεράστιο μέγεθος και την πανάρχαια αλλά άγνωστη ιστορία αυτού του δέντρου επιχειρήσαμε για πρώτη φορά να παράξουμε και να αναλύσουμε το ελαιόλαδο που προέρχεται από το συγκεκριμένο δέντρο  της αρχαίας ελιάς Νάξου. Τα αποτελέσματα μετά από τη συλλογή και επεξεργασία του καρπού έδειξαν ότι η συγκεκριμένη ποικιλία θρουμπολιά Αιγαίου έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά όσον αφορά το είδος των φαινολών που παράγει σε σχέση με τις υπόλοιπες ποικιλίες, γεγονός που επιβεβαιώνει τα πολύ αρχέγονα στοιχεία της προέλευσης της.

Συγκεκριμένα, η ποικιλία θρουμπολιά Αιγαίου αποδείχθηκε, σύμφωνα με την έρευνα που έγινε στο εργαστήριο, ότι είναι πλούσια σε ελαιοκορωνάλη καθ’ όλη τη διάρκεια μάλαξης, γεγονός που δεν έχει παρατηρηθεί σε άλλη ποικιλία ελιάς. Συγκεκριμένα, συλλέχθηκε δείγμα καρπού από την αρχαία ελιά αλλά και από νεότερα ελαιόδεντρα της Νάξου και ύστερα από επεξεργασία του καρπού και μάλαξη, έγινε φανερό ότι η συγκεκριμένη ποικιλία διατηρεί υψηλό ποσοστό της ελαιοκορωνάλης όσο αυξάνεται ο χρόνος μάλαξης, σε αντίθεση με όλες τι ποικιλίες που έχουν μελετηθεί ως τώρα. Να αναφέρουμε ότι η θρουμπολιά Αιγαίου της αρχαίας ελιάς Νάξου δεν εμφάνισε διαφορές ως προς τον τρόπο σύνθεσης φαινολών σε σχέση με την ίδια ποικιλία από νεότερα δέντρα του νησιού, γεγονός που δείχνει την μακραίωνη συνέχεια της ποικιλίας αυτής. Επίσης σε σύγκριση με άλλες ελληνικές ποικιλίες ελιάς έχει το μεγαλύτερο ποσοστό ελαιοκορωνάλης για μεγάλο χρονικό διάστημα μάλαξης και πολύ χαμηλά ποσοστά ελαιοκανθάλης και ελαιασίνης. Αυτό δείχνει ότι η ενζυματική μετατροπή των φαινολών της θρουμπολιάς Αιγαίου είναι αργή σε σχέση με τις άλλες ποικιλίες, καθώς κάθε ποικιλία επηρεάζεται διαφορετικά από το χρόνο μάλαξης. Επομένως υπάρχει μια σαφής ενζυματική και ενδεχομένως γενετική διαφοροποίηση

Αυξάνοντας τον χρόνο μάλαξης παρατηρήθηκε ότι στις τρείς ώρες και σε σταθερή θερμοκρασία, η συγκέντρωση της ελαιομισσιονάλης μηδενίζεται, ενώ της ελαιοκορωνάλης διατηρείται σε υψηλές τιμές, γεγονός που συμβάλλει στον εύκολο διαχωρισμό της ελαιοκορωνάλης από τις υπόλοιπες φαινόλες κατά την προσπάθεια απομόνωσής της σε καθαρή μορφή.

Έτσι η θρουμπολιά Αιγαίου από το αρχαίο ελαιόδεντρο της Νάξου κρίνεται ως η πιο κατάλληλη ποικιλία ελιάς για την απομόνωση της ελαιοκορωνάλης. Μίας ουσίας που μέχρι τώρα δεν έχει απομονωθεί με επιτυχία σε μεγάλη κλίμακα από άλλες ποικιλίες. Επομένως είναι πολύ σημαντικό στο μέλλον να εστιάσουμε στην απομόνωση αυτής της ουσίας καθώς θα είναι ένα καινοτόμο εύρημα, αλλά και στη φαρμακολογική μελέτη της ελαιοκορωνάλης θέμα σημαντικό για την ανίχνευση των ιδιοτήτων της και το ρόλο της στην υγεία του ανθρώπου.

Συμπερασματικά, η παρούσα μελέτη ανέδειξε τα πρωτότυπα και αρχέγονα χαρακτηριστικά του γηραιότερου ελαιόδενδρου στον κόσμο από τη Νάξο και αποτελεί μια συνεισφορά στην προσπάθεια ανάδειξης του Αιγαίου και της Ελλάδας ως την κοιτίδα εξημέρωσης του δέντρου της ελιάς σε ολόκληρο τον κόσμο.

(*) Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τους: Σκάρκου Μαρία, Διαμαντάκος Παναγιώτης, Μέλλιου Ελένη, Μαγιάτης Προκόπης στον Τομέα Φαρμακογνωσίας του Φαρμακευτικού τμήματος του Εθνικού και καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στα πλαίσια της πτυχιακής εργασίας της Μ.Σκάρκου.