Ευρώπη: Η καραντίνα μειώνει τη ρύπανση ...

Απότομη επιστροφή της κυκλοφορίας στους δρόμους την τελευταία εβδομάδα δείχνουν τα στοιχεία για την ατμοσφαιρική ρύπανση στην πρωτεύουσα. Τις τελευταίες ημέρες, το δελτίο τιμών της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που εκδίδει το υπουργείο Περιβάλλοντος δείχνει απότομη αύξηση στις τιμές του διοξειδίου του αζώτου (ΝΟ2) και των αιωρούμενων μικροσωματιδίων (ΑΣ10). Είναι το τέλος μιας δίμηνης... ανάπαυλας (από τους ρύπους) για όλες τις μεγάλες ελληνικές πόλεις, όπως επιβεβαιώνουν στοιχεία από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.

Τις τελευταίες ημέρες, λοιπόν, οι τιμές των δύο βασικών ρύπων που συνδέονται με τη ρύπανση από τα αυτοκίνητα έχουν πάρει την ανιούσα. Αρκετές ημέρες και σε αρκετούς σταθμούς οι τιμές του ΝΟ2 ξεπέρασαν τα 150 μg/m3, ενώ τα ΑΣ10 κυμάνθηκαν μεταξύ 20-50 μg/m3. Παρότι δεν υπάρχουν ακόμα συνολικά στοιχεία, είναι πλέον προφανές ότι η εικόνα έχει αλλάξει.

Μία εβδομάδα νωρίτερα η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (που έχει δημιουργήσει ειδική πλατφόρμα με στοιχεία για την ατμοσφαιρική ρύπανση και τον κορωνοϊό), η ατμοσφαιρική ρύπανση στην Αθήνα και σε αρκετές ελληνικές πόλεις εξακολουθούσε να κυμαίνεται σε πρωτόγνωρα χαμηλά επίπεδα. Πιο συγκεκριμένα:

– Στην Αθήνα η μέση τιμή του ΝΟ2 όλη την προηγούμενη εβδομάδα ήταν 29,6 μg/m3. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, την εβδομάδα 20-26 Απριλίου η μέση τιμή ήταν 19,8 μg/m3, την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου 20,9 μg/m3, ενώ τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου στα 43 μg/m3.

– Στη Θεσσαλονίκη, η μέση τιμή του διοξειδίου του αζώτου ήταν την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου στα 12,5 μg/m3, στις 20-26 Απριλίου στα 13,7 μg/m3, την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου στα 17 μg/m3, ενώ τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου στα 21,7 μg/m3.

– Στην Πάτρα, η μέση τιμή του διοξειδίου του αζώτου ήταν την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου στα 14,8 μg/m3, στις 20-26 Απριλίου στα 13,9 μg/m3, την πρώτη εβδομάδα του Απριλίου στα 14,6 μg/m3, ενώ τη δεύτερη εβδομάδα του Μαρτίου στα 28,8 μg/m3.

Χαμηλές, αλλά όχι «εξαφανισμένες» ήταν οι τιμές των αιωρούμενων μικροσωματιδίων το τελευταίο δίμηνο. Οι τιμές τους είχαν ως εξής στις τέσσερις πόλεις που αναμεταδίδουν στοιχεία στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος.

– Στην Αθήνα την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου (4-10) η μέση τιμή των ΑΣ10 ήταν 16 μg/m3. Ολο τον Απρίλιο κυμάνθηκαν (κατά μέσον όρο πάντα) μεταξύ 20 και 23,6 μg/m3, ενώ την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου (2-8 Μαρτίου) ξεκίνησαν από 33,1 μg/m3 και έπεσαν στο τέλος του μήνα (23-29 Μαρτίου) στα 16,6 μg/m3.

– Στη Θεσσαλονίκη, την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου η μέση τιμή των ΑΣ10 ήταν 27,1 μg/m3. Ολο τον Απρίλιο κυμάνθηκαν μεταξύ 26,8 και 34,2μg/m3, ενώ την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου (2-8 Μαρτίου) ξεκίνησαν από 41,2 μg/m3 και έπεσαν στο τέλος του μήνα (23-29 Μαρτίου) στα 25,2 μg/m3.

– Στην Πάτρα την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου η μέση τιμή των ΑΣ10 ήταν 17,9 μg/m3. Ολο τον Απρίλιο κυμάνθηκαν μεταξύ 17,4 και 22,8 μg/m3, ενώ την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου (2-8 Μαρτίου) ξεκίνησαν από 25,7 μg/m3 και έπεσαν στο τέλος του μήνα (23-29 Μαρτίου) στα 20,4 μg/m3.

– Στη Λάρισα την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου η μέση τιμή των ΑΣ10 ήταν 18,6 μg/m3. Ολο τον Απρίλιο κυμάνθηκαν μεταξύ 19,1 και 25,9 μg/m3, ενώ την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου (2-8 Μαρτίου) ξεκίνησαν από 30 μg/m3 και έπεσαν στο τέλος του μήνα (23-29 Μαρτίου) στα 17,6 μg/m3.

Στην Ευρώπη

«Τα στοιχεία από τις ευρωπαϊκές πόλεις δείνουν πώς οι συγκεντρώσεις ΝΟ2 –ενός ρύπου που σχετίζεται κυρίως με την κίνηση οχημάτων– έπεσαν σε πολλές πόλεις όπου επιβλήθηκαν μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας. Παρότι η ταυτόχρονη μείωση στις συγκεντρώσεις των μικροσωματιδίων αναμενόταν, δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη του ΝΟ2. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι τα αιωρούμενα μικροσωματίδια προέρχονται όχι μόνο από το κυκλοφοριακό, αλλά και από διάφορες άλλες πηγές, όπως η οικιακή θέρμανση και οι βιομηχανικές δραστηριότητες. Επίσης, ένα σημαντικό μέρος των αιωρούμενων μικροσωματιδίων δημιουργείται στην ατμόσφαιρα από την αλληλόδραση με άλλους αέριους ρύπους, όπως την αμμωνία, που προέρχεται αυτή την περίοδο από τη χρήση γεωργικών λιπασμάτων. Αλλοι παράγοντες, όπως οι καιρικές συνθήκες, μπορεί να έχουν συμβάλει σημαντικά στη μείωση που βλέπουμε σε συγκεντρώσεις ρύπων. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί δεν έχουν όλες οι περιοχές την ίδια πτώση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης», αναφέρει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος.

Να σημειωθεί ότι ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος είναι συνδεδεμένος με ένα δίκτυο 3.000 σταθμών μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση, λαμβάνοντας σε πραγματικό χρόνο μετρήσεις. Τονίζεται ότι τα στοιχεία για την πτώση της ρύπανσης στην Αθήνα αντιστοιχούν με τα κυκλοφοριακά στοιχεία του Κέντρου Διαχείρισης Κυκλοφορίας της Περιφέρειας Αττικής. Ειδικά από την πρώτη εβδομάδα εφαρμογής των περιορισμών, στα μέσα Απριλίου, η κυκλοφορία έπεσε κατά 52,8% σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο διάστημα και παρέμεινε έτσι με μικρές αυξομειώσεις μέχρι που από τα μέσα Απριλίου άρχισε μια μικρή σταδιακή αύξηση της κίνησης.

Για παράδειγμα, στη λεωφόρο Κηφισού την πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου η μέση κυκλοφορία ήταν 5.335 οχήματα ανά ώρα (λίγο υψηλότερη από το αντίστοιχο διάστημα του 2019), έπεσε στις 2.558 οχήματα/ώρα στις 23-29 Μαρτίου και αυξήθηκε έως τις 2.836 οχήματα ανά ώρα έως τη δεύτερη εβδομάδα του Απριλίου.

Ενα ενδιαφέρον στοιχείο

Μια ενδιαφέρουσα πτυχή, πάντως, που αναφέρθηκε την τελευταία εβδομάδα στις τακτικές ενημερώσεις της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας είναι ότι η μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης κάνει ισχυρότερη την ηλιακή ακτινοβολία που φθάνει στο έδαφος.

«Είναι απόλυτα φυσιολογικό», εξηγεί στην «Κ» ο Βαγγέλης Γερασόπουλος, διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. «Η ατμοσφαιρική ρύπανση απορροφά ή αντανακλά την ηλιακή ακτινοβολία. Γι’ αυτό και σε αυτή την ιδιαίτερη περίοδο που ζούμε, έχει ανοίξει η συζήτηση σε επιστημονικό επίπεδο σχετικά με το κατά πόσον η μείωση συγκεκριμένων ρύπων, όπως τα αιωρούμενα μικροσωματίδια, τελικά συντείνουν στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Πάντως, το ενθαρρυντικό είναι ότι, όπως αναφέρουν πρόσφατες επιστημονικές ανακοινώσεις ξένων πανεπιστημίων, όσο πιο έντονη είναι η ηλιακή ακτινοβολία τόσο πιο εύκολα εξοντώνεται ο κορωνοϊός».