Νάξος: Κυριακή της Τυρνής, το καμάρι του Απεραθίτη

Μετράμε αντίστροφα ,οι μέρες περνούν κι έρχεται η καλύτερη Κυριακή του χρόνου. Η Κυριακή που η πλάτσα θα σειστεί από τους ήχους ,τη δύναμη ,τον αέρα και τη λεβεντιά του κουδουνάτου. Η μέρα που είναι το αποκορύφωμα όλων.

Της Γαλήνης Μπαρδάνη 

Που οι άντρες θα ξυπνήσουν από νωρίς ,αν έχουν κοιμηθεί ,θα φορτωθούν τα μαλαματικά τους ,θα τα περάσουν με ιεροτελεστία στη μέση τους ,καμαρώνοντας για τα ιερά τους κειμήλια και θα κατηφορίσουν.
Αγνοώντας λίγο το λαογραφικό κομμάτι του εθίμου θα πω πως μου θυμίζει κάτι άλλο ,κάτι από άλλους τόπους.
Κυρίως τα παλιότερα χρόνια, αλλά και μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, οι προετοιμασίες του γάμου για τις κοπέλες, άρχιζαν από όταν ήταν μωρά παιδιά. Οι μητέρες έφτιαχναν τα προικιά και μάζευαν όλα τα απαραίτητα για το νοικοκυριό τους. Τη μέρα του γάμου γινόταν το στόλισμα της νύφης. Την στόλιζαν με φλουριά, λεφτά κι εκείνη καμάρωνε κι οι γονείς, οι συγγενείς καμάρωναν κι όλο το χωριό καμάρωνε την νύφη που πήγαινε στολισμένη στην εκκλησιά να παντρευτεί, την Κυριακή υπό το χαρούμενο χτύπημα των καμπανών.
Κάνω λοιπόν τον συνειρμό… Οι παππούδες κι οι πατεράδες από μικρά μυούν και ετοιμάζουν τ’ αγόρια τους για την Κυριακή που θα φορέσουν τα κουδούνια. Όταν φτάνει εκείνη η Κυριακή ξεκινούν απ ‘ το πρωί την ιεροτελεστία, χτυπούν τα κουδούνια, τα μετρούν, τα ζυγίζουν, τα περνούν στο σκοινί και τα δένουν. Στολίζουν τη μέση των παιδιών κι εκείνα καμαρώνουν κι οι γονείς, οι συγγενείς καμαρώνουν και όλο το χωριό καμαρώνει τον κουδουνάτο που πηγαίνει στολισμένος στην πλάτσα υπό τον ήχο των κουδουνιών.
Έθιμο πρωτόγονο, μαγικό που περνάει από γενιά σε γενιά, έθιμο περασμένο στο πετσί του Απεραθίτη. Καμάρι και τιμή.

Τότες…. 
Ένα χρόνο νωρίτερα, η Γαλήνη και πάλι είχε αναφερθεί στο έθιμο του Κουδουνάτου…. Και μας είχε ταξιδέψει στο χρόνο… και όπως είχε σημειώσει «
Ας πάμε μερικά χρόνια πίσω ,τότε που όλα ήτανε γουστόζα και πιο αλλιώτικα, οι αθρώποι πιο αγαπημένοι κι οι συγγενείς πιο συγγενείς»…
Ας δούμε το …τότε λοιπόν 
Τότε που τις μέρες της αποκριάς παίζανε βιολιά και ντουμπάκια σε πεντέξι πάντες.
Τότε που ντυνότανε κουδουνάτοι το Τυρνό Σαββάτο, την Τυρνή Κυριακή και την καθαρά Δευτέρα ακόμη.
Τότε που ο κουδουνάτος, κουδουνάς η κουδουνάρης ,φόραγε παντελόνι στρατιωτικό ,χακί και το παπούτσι αγριοδετένιο.
Τότε που οι κουδουνάτοι ήτανε βοσκοί και κατεβαίνανε στην πλάτσα μουρωμένοι ,για να λύσουνε ίσως τις διαφορές τους.
Τότε που έρχονταν πειρατές και φόραγαν τα κουδούνια στσ’ απίσω τόποι ,για να μεταφέρουν το μήνυμα της έλευσης τους και να προστατέψουν το χωριό.
Τότε που είχε αθρώπους που ‘χαν καλύτερα ένα κουδούνι, παρά έναν άθρωπο.
Τότε που ήτανε μεγάλη προσβολή να καβαλικέψεις έναν κουδουνάτο.
Τότε που γυρνάγανε όλο το χωριό ,σ’ όλες τις γειτονιές και σ’ όλα τα σπίτια ,που φόραγαν τα κουδούνια απ’ τον Καραβά μέχρι την Ψαρή πλάκα.
Τότε που όλα ,ήταν αυθόρμητα και τίποτα στημένο ,που κάθονταν στο τραπέζι να φάνε το ρόστο της Τυρνής ,άκουγαν απ’ έξω τους κουδουνάτους και σηκώνονταν ,παράταγαν τους μουσαφίριδες και βάζανε τα κουδούνια, γιατί ήταν στο αίμα τους ,στα γονίδια τους.
Τότε που άνοιγαν τα σπίτια κι αντί να κλέψουν τις λίρες, έκλεβαν τα κουδούνια, γιατί είχαν αξία.
Ο κουδουνάς λοιπόν είν’ ένας μικρός θεός και την Τυρνή Κυριακή δίνει την παράσταση του. Προσποιείται κι αλλάζει ,αλλάζει τόσο που ούτε ο ίδιος του ο εαυτός δεν τον γνωρίζει.
Φοράει τ’ άμπαδέλι και φαντάζεται πως ειν’ εκείνο το παλιό ,το Κωνσταντινουπολίτικο ,ζώνεται τα κουδούνια ,περασμένα απ’ το καμάρι ,στο σκοινί ,κι έχει στη μέση του την περιουσία του ,την κληρονομιά του ,τις ρίζες του και την παράδοση του.
Ακούει τον ήχο και χάνεται ,ειν’ εκεί και δεν είναι. Δεν βλέπει και δεν ακούει τίποτ’ άλλο απ’ τα κουδούνια του ,που για τον καθένα, σαν καμπάνα, συμβολίζουν και κάτι άλλο. Την έναρξη, τη λήξη ,τη θλίψη η τη χαρά.

Οι φωτογραφίες είναι από την σελίδα της Γαλήνη Μπαρδάνη στα social Media