Κουδουνάτοι Απεράθου: γιατί απλά πρέπει να το νιώσεις

Παρασκευή μεσημέρι με τη βροχή να πέφτει οι κάτοικοι της Νάξου έχουν την τύχη να πάρουν μία μικρή γεύση από το δρώμενο (έθιμο) των Κουδουνάτων της Απεράθου… Και όπως ήταν αναμενόμενο ένιωσαν πολύ όμορφα όσοι είχαν την τύχη να βρεθούν στο δρόμο των ανυπότακτων νεαρών κουδουνάτων…

Και αύριο, Κυριακή το τελετουργικό δρώμενο αποκαλύπτεται… Και με τη βοήθεια της Γαλήνης Μπαρδάνης (οι φωτογραφίες είναι του Βασίλη Τσακωνιάτη) παίρνουμε μία μικρή γεύση… Το κύριο πιάτο άλλωστε προσφέρεται το μεσημέρι της Κυριακής στην ορεινή Νάξο…

«Ένα καθαρά τελετουργικό δρώμενο λαμβάνει χώρα αύριο στ’ Απεράθου τσ’ Αξάς. Ένα δρώμενο που κρύβει τις ρίζες του κάπου πολύ βαθιά ,σκοτεινά και μαγικά μπερδεμένα. Την «καλή» μας Κυριακή κάτι σε τραβάει σ’ αυτό το χωριουδάκι το κρυμμένο από τον κατσιφόρα. Είναι αυτό που σου ‘χουν πει, αυτό που έχεις ακούσει, αυτό που φαντάζεσαι, εκείνο που έζησες μια φορά και θες να το ξαναζήσεις.  

Ότι κι αν είναι πρέπει να είσαι εκεί για να το νιώσεις, να αφήσεις τον ήχο να σε διαπεράσει, να γίνεις ένα με το είναι μας. Να είσαι εκεί γι’ αυτούς που θα ‘θελαν μα δεν μπορούν. Να ‘σαι ‘κει και μετά το μεσημέρι να σηκώσεις τα μάτια σου ψηλά, ν΄ ανοίξεις τ’ αυτιά σου και ν’ ακούσεις κι εκείνους τους κουδουνάτους που με την παρέα τους μαζεύονται την Τυρνή Κυριακή στο ίδιο μέρος. Άλλος φέρνει τ’ αμπαδέλια, άλλος τα κουδούνια κι άλλος τις σόμπες. Ντύνονται και χτυπάνε τα κουδούνια στην πλάτσα τ’ ουρανού …χαμηλά, σε απόσταση αναπνοής, πάνω απ’ τα κεφάλια μας».

Υπάρχει όμως και το παρελθόν… Αυτό που μας ενώνει με το παρών και μας οδηγεί με ασφάλεια στο μέλλον. Αρκεί να μην υπάρξει διακοπή στο δρώμενο….

Δείτε πως γίνεται η μετάβαση για τους κατοίκους της Απεράθου… Πάντα διά χειρός Γαλήνης Μπαρδάνη

«Ας πάμε μερικά χρόνια πίσω, τότε που όλα ήτανε γουστόζα και πιο αλλιώτικα, οι αθρώποι πιο αγαπημένοι κι οι συγγενείς πιο συγγενείς.

Τότε που τις μέρες της αποκριάς παίζανε βιολιά και ντουμπάκια σε πεντέξι πάντες.

Τότε που ντυνότανε κουδουνάτοι το Τυρνό Σαββάτο, την Τυρνή Κυριακή και την καθαρά Δευτέρα ακόμη.

Τότε που ο κουδουνάτος, κουδουνάς ή κουδουνάρης, φόραγε παντελόνι στρατιωτικό, χακί και το παπούτσι αγριοδετένιο.

Τότε που οι κουδουνάτοι ήτανε βοσκοί και κατεβαίνανε στην πλάτσα μουρωμένοι, για να λύσουνε ίσως τις διαφορές τους.

Τότε που έρχονταν πειρατές και φόραγαν τα κουδούνια στσ’ απίσω τόποι, για να μεταφέρουν το μήνυμα της έλευσης τους και να προστατέψουν το χωριό.

Τότε που είχε αθρώπους που ‘χαν καλύτερα ένα κουδούνι, παρά έναν άθρωπο.

Τότε που ήτανε μεγάλη προσβολή να καβαλικέψεις έναν κουδουνάτο.

Τότε που γυρνάγανε όλο το χωριό, σ’ όλες τις γειτονιές και σ’ όλα τα σπίτια, που φόραγαν τα κουδούνια απ’ τον Καραβά μέχρι την Ψαρή πλάκα.

Τότε που όλα, ήταν αυθόρμητα και τίποτα στημένο, που κάθονταν στο τραπέζι να φάνε το ρόστο της Τυρνής, άκουγαν απ’ έξω τους κουδουνάτους και σηκώνονταν, παράταγαν τους μουσαφίριδες και βάζανε τα κουδούνια, γιατί ήταν στο αίμα τους, στα γονίδια τους.

Τότε που άνοιγαν τα σπίτια κι αντί να κλέψουν τις λίρες, έκλεβαν τα κουδούνια, γιατί είχαν αξία.

Ο κουδουνάς λοιπόν είν’ ένας μικρός θεός και την Τυρνή Κυριακή δίνει την παράσταση του. Προσποιείται κι αλλάζει, αλλάζει τόσο που ούτε ο ίδιος του ο εαυτός δεν τον γνωρίζει.

Φοράει τ’ άμπαδέλι και φαντάζεται πως ειν’ εκείνο το παλιό, το Κωνσταντινουπολίτικο, ζώνεται τα κουδούνια, περασμένα απ’ το καμάρι, στο σκοινί, κι έχει στη μέση του την περιουσία του, την κληρονομιά του, τις ρίζες του και την παράδοση του.

Ακούει τον ήχο και χάνεται, ειν’ εκεί και δεν είναι. Δεν βλέπει και δεν ακούει τίποτ’ άλλο απ’ τα κουδούνια του, που για τον καθένα, σαν καμπάνα, συμβολίζουν και κάτι άλλο. Την έναρξη, τη λήξη ,τη θλίψη η τη χαρά».

Απολαύστε την ημέρα και απολαύστε την έως το μεδούλι.. Αλλιώς μην πάτε…