Μαρ. Σπυροπούλου: «µαµά, ξύπνα, φτάσαµε στη Νάξο»

Πάντα τρέχει να µπει στο πλοίο. Λίγο πριν εκείνο λύσει την άγκυρα. Τρέχει σχεδόν κουτρουβαλώντας να χωθεί στο στόµα της µεγάλης φάλαινας σαν τον Ιωνά, να βρει εκεί µέσα τη δική της θαλπωρή, αφήνοντας πίσω της τη βουή και τη σκόνη της αττικής γης.

Της Μαριαλένα Σπυροπούλου (#) 

Και µόνον όταν ανέβαινε στο κατάστρωµα και κρεµούσε προς τα µπρος το σώµα της φουσκώνοντας σαν µπαλόνι µε αέρα, µόνον τότε η σάρκα της ζωντάνευε, άλλαζε χρώµα, το αίµα της κυλούσε µε ταχύτητα σαν να ανεβοκατέβαινε ποµπή αυτοκινήτων σε µεγάλη λεωφόρο. Ήταν πλέον ασφαλής, µόνη µε τις Σειρήνες. ∆εν γνώριζε ποτέ από τι κινδύνευε, αλλά η µόνη της ασφάλεια ήταν πάντα η µοναχική της µετάβαση στο νησί. Όχι µόνον τους καλοκαιρινούς µήνες, αλλά και κάτι γκρίζες φθινοπωρινές µέρες, κάτι νύχτες χειµωνιάτικες σαν αγκίδες που κάρφωναν το κρύο σε κάθε πόρο του νεανικού της σώµατος.

Εκεί βρέθηκε µόλις τέλειωσε το σχολείο µε το µικρό της µεταχειρισµένο αυτοκίνητο να τρέχει σε αυτοσχέδιους φιδωτούς δρόµους ανακαλύπτοντας µέσα της αυτό που φοβόταν, µια ζωή ανηφορική µε θέα τη θάλασσα. Ποτέ κανείς δεν µπορούσε να καταλάβει πώς βρισκόταν από τη µια στιγµή πεσµένη στα χώµατα στον Κούρο των Μελάνων, µε εµφανή τα σηµάδια των χρόνων, την εγκατάλειψη και το λειψό της πόδι, και την άλλη στιγµή το κάδρο της να είναι η ίδια η Πορτάρα και εκείνη να ατενίζει σε γκρο πλαν καρέ-καρέ όσα θα έχτιζε εντός τους.

m_2.jpg

Ποτέ δεν ονειρεύτηκε να ζει για πάντα µέσα στο Κάστρο της, αν και στέκει κραταιό αντέχοντας τους κραδασµούς των χρόνων, τους κατακτητές και τους περαστικούς της ζωής της. Όµως για εκείνη, που τα παιδικά της όνειρα είχαν για κύµατα ανέµους σε βράχο που έσκαγαν µε δύναµη στον Λυώνα, που δεν φοβήθηκε τη νύχτα κάτω από τα άστρα, και ας είχε για µαξιλάρι πέτρες και σµυρίγλι, που δεν δίψασε και ας ήταν το νερό στιφό και αλατισµένο, γνώριζε ότι το νησί της δεν είναι το νησί που βλέπουν όλοι. Και ας είχε για όψη τη θνητή της φύση.

Και ας ήταν και εκείνη άλλη µία που µιλούσε για τις θάλασσες, το φαγητό του νησιού, τα χωριά και τη θερινή ραστώνη. Και ας έφερνε εκεί µεθοδικά τις φίλες της, µετέπειτα τον άνδρα της µε στόχο να τους δέσει στα κατάρτια εκείνου του µικρού δελφινιού που ξενέρωσε στις ακτές και έµεινε για πάντα εκεί στοιχειωµένο. Εκείνη ήξερε ότι εκεί ήταν πάντα µόνη. Τις νύχτες στα έγκατα αυτού του νησιού κυλάει νερό και νύµφες ποτίζουν τη Γη του. Στο τέλος του κόσµου, ένα παραµύθι της έλεγε ο παππούς της, ότι µια σπηλιά πάντα θα τη θρέφει. Σαν άλλη λύκαινα θα πάρει το λυκάκι της και θα ζήσουν για πάντα την άγρια ζωή που παραµένει ζωντανή. Υπό το φως του ήλιου, όλα ηµερεύουν.

Τη νύχτα όµως το νησί της µέσα της παραµένει άγριο. Κανένας δεν µπόρεσε να το δαµάσει για εκείνη. Ούτε καν το χέρι και µια γλυκιά φωνή, που σαν ηχώ επαναλαµβάνει στο αυτί της «µαµά, ξύπνα, φτάσαµε στη Νάξο».

*Η Μαριαλένα Σπυροπούλου είναι συγγραφέας και ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια και γράφει στη σελίδα της Athens Voice .

Διαβάστε όλες τις τελευταίες ειδήσεις από τις σελίδες του Naxos Press - τώρα και στο Google News