Ελλάδα - Β. Αυλωνίτης: "Από την αφάνεια στην εκτόξευση"

Στις 10 Μαρτίου 1970, ο σπουδαίος κωμικός μας ταξίδεψε στη γειτονιά των αγγέλων, σε ηλικία 66 ετών, χτυπημένος από λοίμωξη του αναπνευστικού. Από μικρός αναγκάστηκε να δουλέψει για να βοηθήσει την οικογένειά του, καθώς τους εγκατέλειψε ο πατέρας του. Υπήρξε άνθρωπος των παθών. Ερωτεύτηκε παράφορα μια θαυμάστριά του, εγκατέλειψε τη γυναίκα του και παντρεύτηκε τη νέα σύντροφό του.

Του Αλέξανδρου Αρβανιτά 

Οι αθηναϊκές εφημερίδες της εποχής έγραψαν πολλά για αυτή του τη σχέση, αλλά εκείνος ακολούθησε το δρόμο της καρδιάς. Το μεγάλο του πάθος ήταν ο ιππόδρομος. Έχασε σημαντικά ποσά. Το 1924 στο Θέατρο Έντεν δούλευε βοηθός στα σκηνικά. Ένα βράδυ τον έσπρωξαν για πλάκα και βγήκε στη σκηνή. Άρχισε να χορεύει και να τραγουδά. Ο κόσμος τρελάθηκε στο γέλιο. Αυτό ήταν. Ένας ταλαντούχος κωμικός μόλις είχε γεννηθεί. Το 1928 αναλαμβάνει θιασάρχης και η μία επιτυχία διαδέχεται την άλλη. Πληθωρικός στο παίξιμό του, απολαυστικός στις ερμηνείες του. Ειδικά αυτές του ερωτύλου γερο-μουρντάρη άφησαν εποχή. Συμμετείχε σε περίπου 75 ταινίες, σε πρώτους και δεύτερους ρόλους. Σημαντικότερες απ' αυτές ήταν: «Η ωραία των Αθηνών», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Η καφετζού», «Όταν λείπει η γάτα», «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Οι γαμπροί της Ευτυχίας», «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», «Ησαΐα, χόρευε».

Οι ατάκες του χαρακτηριστικές:

-Πνεύμα και ηθική!

Από την ίδια ταινία:

Πού πάμε, ωρέ. Πού πάμε;

Ξανά από την ίδια ταινία:

Τι θα γίνει, λεβέντες; Πάει ο τέταρτος μήνας χωρίς ενοίκιο. Αν δεν πληρώσετε το συντομότερο, τρώτε κλοτσιά...

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Το βράδυ σε θέλω ντυμένη γκραν.

-Γκρανκάσα;

-Όχι. Γκραν πρι...

Τέλος, από την ίδια ταινία:

-Γιατί μας το έκανε αυτό ο μακαρίτης; Βάρεσε μια κλοτσιά και μετά έμεινε σανίδα.

-Από μικρός είχε μανία με το ποδόσφαιρο...

«Η ωραία των Αθηνών», 1954

thysavros-makaritis.jpg

-Και είναι μεγάλη η αδερφή σου;

-Ε, δεν είναι και σαν την Πελοπόννησο...

«Οι γαμπροί της Ευτυχίας», 1962

 

-Καλά, δεν ντρέπεσαι γέρος άνθρωπος να βγαίνεις με μικρούλες;

-Ε, όχι και γέρος. Μεσόκοπος, όπως λέμε μεσοτοιχία...

«Μικροί μεγάλοι εν δράσει», 1963

 

-Πρόσεχε, θα πνιγείς.

-Σιγά μην πνιγώ. Τι είναι το πιάτο μου να πνιγώ; Στέρνα;

Από την ίδια ταινία:

-Τι διάολο σε έκανα ωραίο, μωρέ, και μου 'φαγες τα καλύτερα υλικά;

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Κύριε Νεόκοσμε! Βγες από το κοτέτσι. Θα ζηλέψει ο κόκορας.

-Μα δεν υπήρχε κόκορας.

-Πού πήγε;

-Ξέρω γω; Θα πήγε να ξουριστεί...

Άλλη μία σκηνή από την ίδια ταινία:

-Τώρα όλα τα έχουμε. Λεφτά έχουμε, πίεση έχουμε, να 'χαμε και μια γυναίκα; Τι λες συμπεθέρα;

«Ο θησαυρός του μακαρίτη», 1959

vasilis_aylonitis.jpg

-Φασούλι το φασούλι δεν γίνονται περιουσίες. Γίνονται φασολάδες.

«Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας», 1958

 

-Βρε κουφιοκεφαλάκια! Βρε μπουμπούνα, που άμα σε βάλω στο λεμονοστύφτη δεν θα βγάλω ούτε δύο κουκούτσια από νεράντζια. Βρε, εμείς έχουμε λεφτά, αυτή δεν έχει ούτε σαπουνάδα.

Επίσης από την ίδια ταινία:

-Σε παρακαλώ. Δεν θέλω να με λες μπαμπά...

-Δηλαδή; Ξεμπαμπακιάσαμε;

«Ο λεφτάς», 1958

 

- Μη σε ξανακούσω να πεις τον κοντό κοντό, γιατί, άντε...

Από την ίδια ταινία:

-Κύριε Κλέαρχε, πέφτω από τα σύννεφα.

- Πέσε, παιδάκι μου, να έρθω να σε σηκώσω...

«Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», 1961

pictures19.jpg

-Δεν μου λες; Εσύ θα άντεχες να βλέπεις τη γυναίκα σου πάνω στο τραπέζι να χορεύει;

-Τώρα, να σου πω... Εγώ θα άντεχα. Το τραπέζι δεν θα άντεχε, γιατί η κυρά Παναγιώτα είναι 150 κιλά...

«Διπλοπενιές», 1966

 

Πάντα αναρωτιόμαστε για τη σπουδαιότητα των δεύτερων ρόλων σε μια ταινία. Κατά τη γνώμη μου ο διάλογος Σταυρίδη-Γκιωνάκη στα «Κίτρινα γάντια», που ο τελευταίος ερμηνεύει τέλεια τον Μπρίλη, μαζί με την εξίσου απολαυστική ερμηνεία του Αυλωνίτη, στο ρόλο του Γύλου, είναι οι κορυφαίοι δεύτεροι κωμικοί ρόλοι στον ελληνικό κινηματογράφο. Ο Αυλωνίτης, με τη σύντομη παρουσία του, καταφέρνει να απογειώσει μια μέτρια ταινία, τη «Σοφερίνα». Ο απολαυστικός διάλογος που ακολουθεί είναι με τον πρόεδρο του δικαστηρίου, τον οποίον υποδύεται ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

-Τι είσαι εσύ;

-Ο Γύλος. Δεν έχεις ακουστά, κύριε πρόεδρε, που λένε η «Τρύπια Βάρκα»;

-Τι είν' αυτή η «Τρύπια Βάρκα»;

-Κατάστημα. Ε, μαριδίτσες, καλαμαράκια, ρομάντζες, το κυματάκι κι έρχονται τα κακόμοιρα τα άστεγα.

-Άστεγα; Ποια άστεγα;

-Τα ζευγαράκια, κύριε πρόεδρε. Ξαπλώνουν στα βοτσαλάκια τους, κάνουν τα μπανάκια τους και ούτω καθεξής.

-Δεν μου λες, γιατί μιλάς σε μένα και κοιτάς το γραμματέα;

-Μπα, εσάς κοιτάω, κύριε πρόεδρε, αλλά φταίει το μάτι μου. Είναι λίγο όρτσα.

-Λοιπόν, τι θέλεις να μας πεις; Το όνομά σου κατ' αρχήν;

-Γύλος...

-Δεν είναι όνομα αυτό. Το κανονικό σου πες μας...

-Σπανοβαγγελοδημήτρης Νικόλας του Νικόλα...

-Σπαγγοβαγγελο...

-Όχι. Σπανοβαγγελο...

-Μα όνομα είν' αυτό, χριστιανέ μου;

-Εγώ ειδοποίησα, κύριε πρόεδρε. Πες με Γύλο να μην μπερδεύεσαι...

-Μπερδεύομαι και με τα μάτια σου. Δεν ξέρω πότε με κοιτάς!

-Ε, είναι μέχρι να συνηθίσεις, κύριε πρόεδρε.

Ο Βασίλης Αυλωνίτης ήταν πρωταγωνιστής μιας εποχής που δεν υπάρχει πια. Της χρυσής εποχής του καλού ελληνικού κινηματογράφου, την οποία αυτά τα «ιερά τέρατα» σφράγισαν με την παρουσία τους. Γι' αυτό υπήρξαν μεγάλοι. Γιατί όσες φορές και αν δούμε τις ταινίες τους, το γέλιο προκύπτει σε αφθονία, σε διάρκεια και όχι σε μία σκηνή. Θυμόμαστε απ' έξω τις ατάκες τους. Και κυρίως περιμένουμε με λαχτάρα την επόμενη προβολή τους στη μικρή οθόνη για να γελάσουμε. Να γελάσουμε με την ψυχή μας. Να γελάσουμε αβασάνιστα, αβίαστα, ελεύθερα...