Λευτέρης Ελευθερίου: " Ακόμα είμαστε με τους επιδέσμους και δεν το ξέρουμε"

Παρακολούθησα την παράσταση «Στα Ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα Ξένος», με τον Λευτέρη Ελευθερίου στον ρόλο του Στάμου τον περασμένο Απρίλιο, όταν και έκανε πρεμιέρα στο Θέατρο Αθηνών. «Να ξέρεις όμως, πρώτη φορά σε είδα το 2008 στις «Μικρές Χαρές» την ταινία μικρού μήκους του ταλαντούχου Κωνσταντίνου Πιλάβιου», του λέω. «Με ξαναείδες από τότε;», γελάει. «Ε από τότε έπαθα overdose», με την καλή την έννοια, του εξηγώ. 

Της Ραφαέλλα Ράλλη (ιστοσελίδα reader.gr) 

"Aυτό είναι το πρόβλημα», με κοιτάει σκεπτικός και προσπαθώ να του εξηγήσω ότι πρόκειται για αναπόφευκτο κακό των επαγγελμάτων μας. «Το έχω απομυθοποιήσει αυτό που λες, αλλά σε ακούω», απαντάει με συγκατάβαση και πίνει μια γουλιά καφέ για να συνεχίσει την κουβέντα μας που ξεκίνησε στις 08:30 (!) το πρωί της περασμένης Τετάρτης. 

Πες μου αρχικά λίγο λόγια για τον ρόλο του Στάμου. 
Η κουβέντα περί κρίσης που είχαμε, φέρνει την κουβέντα στην παράσταση, είναι προάγγελός της. Είναι μια αφήγηση της 80άχρονης ιστορίας της Ελλάδας μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που το μόνο που μπορούσε τότε να κάνει στην χώρα ήταν να σωπάσει διότι προερχόταν από οικογένεια αριστερών. Δεν ξέρουμε τα πιστεύω του Στάμου, όμως είναι το παιδί ενός πατέρα που όταν τέλειωσε ο εμφύλιος φυλακίστηκε. Τότε ακόμη μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, η Ευρώπη μετρούσε τις πληγές της και σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε ο Στάμος. Δεν έχουν αποφασίσει οι Έλληνες αν θα ακολουθήσουν τους δεξιούς ή τους αριστερούς, με αποτέλεσμα την κυριαρχία της Χούντας στο τέλος του ’67. Ο Στάμος δεν γνωρίζει ουσιαστικά τον πατέρα του γιατί ήταν από φυλακή σε φυλακή, οπότε αναγκάζεται να γίνει ο άντρας της οικογένειας, αφού καταλαβαίνει ότι εκείνος δεν πρόκειται να βγει από την φυλακή γιατί θα πρέπει να προδώσει τα ιδανικά του για να το κάνει. Η μάνα του είναι σε χάλια κατάσταση γιατί εκείνη μεγάλωσε τον ίδιο και την αδερφή του, οπότε ο Στάμος κάνει μία τελευταία αλλά μάταιη προσπάθεια να πείσει τον πατέρα του να βγει από την φυλακή. Στην απελπισία του, καθώς βλέπει ότι δεν έχει μέλλον και λόγω ρετσινιάς στην χώρα που ακόμα μετράει τις πληγές του εμφυλίου, αποφασίζει να πάρει τον δρόμο της ξενιτιάς, να πάει στην Γερμανία ώστε να μαζέψει χρήματα δουλεύοντας είτε για να βοηθήσει τους δικούς του είτε για να μπορέσει να τους φέρει εκεί.

Μετά την παράσταση, σε τι κατάσταση είσαι;
Μετά από αρκετό καιρό συνηθίζεις αυτήν τη νεύρωση. Ο κόσμος χτυπιέται από κάτω, έρχονται Πόντιοι, αριστεροί, δεξιοί , άνθρωποι που έζησαν τον αλληλοσπαραγμό. Ακόμα κι αν έχει θετικό πρόσημο, γιατί ο συγγραφέας έχει τα βιώματα αυτά και κάποιοι λένε ότι «αριστερίζει», ξέρεις τί γίνεται; Αυτός είναι ο άνθρωπος, αυτά είναι τα βιώματά του, η οικογένειά του… Αν κάποιος φεύγει από την παράσταση και καταλαβαίνει ότι σημασία σ’ αυτήν τη χώρα έχει ποια πολιτική χροιά θα πάρεις, μάλλον είδε λάθος παράσταση. Ίσα ίσα αν το δεις από την ανθρώπινη πλευρά, συνειδητοποιείς ότι μόνο κακό μπορεί να κάνει το να είσαι παγιωμένος ιδεολογικά κάπου.

Γενικότερα νομίζω πως έχουμε ταλέντο στο πώς να διχαζόμαστε ως λαός από το πιο μικρό μέχρι το πιο μεγάλο. Θεωρείς ότι έχουμε ξεφύγει από αυτό το μοτίβο;
Ρε παιδί μου ξέρεις κάτι; Μου είπε ένας φίλος, καλλιτέχνης κι αυτός: «Εμπορικά αν το δεις ήταν λάθος η στιγμή γιατί τώρα είναι η αριστερά στο προσκήνιο.» Και του απάντησα ότι δεν το έκανα με γνώμονα την πολιτική. Μακάρι να έρχεται ο κόσμος και να λέει περασμένα ξεχασμένα. Με τρομάζει η εμπορικότητα της εκάστοτε παράστασης να βασίζεται στο ότι ενδεχομένως να ζούμε τα ίδια εκείνη την στιγμή. Προτιμώ να δουν δάσκαλοι και μαθητές την παράσταση και να πουν «παιδιά κοιτάξτε τι τράβηξε η Ελλάδα, μήπως σήμερα ακόμα μας συμβαίνουν αυτά;» Μία από τις μεγαλύτερες πληγές της χώρας σύμφωνα με βαλκανιολόγους -τα λέει κι ο Μαζάουερ- είναι ένα από τα φαινόμενα του εμφυλίου: προκειμένου να ηρεμήσουν τα βουνά και να δημιουργηθεί ένας κοινός άξονας για την χώρα, δημιουργήθηκε η αστυφιλία, συγκεντρώθηκαν όλες οι δουλειές στις πόλεις. Σήμερα που ζούμε σε ένα τσιμεντένιο περιβάλλον και δεν καταλαβαίνουμε τον λόγο, υπάρχει απάντηση. Και μιλάμε για μία πατρίδα που δεν έχει κοιτάξει τις πληγές της κατάματα, ο εμφύλιος στα σχολεία περνάει στα ψιλά γράμματα. Είχαν τόσους νεκρούς να μετρήσουν τα σπίτια που κανείς δεν τολμούσε να ανοίξει το στόμα του, ήθελαν να είναι περασμένα ξεχασμένα. Ακόμα είμαστε με τους επιδέσμους και δεν το ξέρουμε.

Πέρα από τον στρουθοκαμηλισμό, τόσοι Στάμοι είναι εκεί έξω που έχουν φύγει εκ νέου στο εξωτερικό για ένα καλύτερο αύριο…
Η Ελλάδα άνοιξε μια πόρτα στην Ευρώπη το ’80, με το παλιό ΠΑΣΟΚ του Αντρέα, του Σημίτη όλο εκείνο το πακετάκι που αγαπήσαμε όλοι και κάποιοι τυχεροί φάγαμε. Δεν εννοώ «μαζί τα φάγαμε», γιατί αποδεικνύεται τώρα με όλα όσα γίνονται με τον Τσοχατζόπουλο, τον Παπαντωνίου κλπ ποιοί βούτηξαν βαθιά στην ασυδοσία. Σαφώς κανείς πολιτικός δεν δικαιολογείται να φτάνει σε αυτά τα αίσχη. Δε μπορώ να το συγκρίνω με ένα παιδί που γεννιέται και έρχεται σε ένα περιβάλλον όπου ο 50άρης πολιτικός έβγαλε τα λεφτά στην Ελβετία, έπαιρνε μίζες κλπ. Αντί να βλέπουμε επενδυτικά έργα ή μέριμνα για την απορρόφηση των νέων στη χώρα, κοιτούν πώς θα τους κλέψουν, πώς θα πιουν το αίμα τους. Από αυτήν την άποψη, αυτό που ζούμε σήμερα χτίστηκε αργά, σταθερά και πολύ «καλά». Απόδειξη όλο αυτό που συνέβη στο Μάτι, που μια μέρα θα ξεχαστεί. Αυτή η χώρα μετράει πληγές ενός αποστήματος 40 χρόνων.

Σε βλέπεις μέσα στην καθημερινότητα του σπίτι-δουλειά-δουλειά-σπίτι;  Όπως ήταν ο Στάμος δηλαδή;
Έχω αρχίσει να πιστεύω ότι η ζωή χρειάζεται πολλή φιλοσοφία. Επειδή κάνω και κωμωδία και ακούω πολύ συχνά την ατάκα «εγώ όταν πηγαίνω σε μία παράσταση θέλω να μην σκέφτομαι», δεν πιστεύω ότι κάνει καλό αυτό. Είναι μία κουβερτούλα που όταν γυρίσεις σπίτι –ούτε καν κουβέρτα τώρα που το σκέφτομαι- ένα σεντονάκι που κάπου έχει μαγκώσει και θα ξαναεμφανιστούν όλα. Νομίζω ότι η σωστή κωμωδία και τα σωστά έργα επειδή διαδραματίζονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον, είναι ευκαιρία να σκεφτείς ότι είσαι ακόμα καλά και άρα μπορείς να σκεφτείς. Ένα έργο που δίνει τροφή για σκέψη - όχι για κατάθλιψη- είναι καλό.

Εντάξει και μέσα από την σάτιρα, πάλι τροφή για σκέψη δίνεται.
Πριν από 8 χρόνια έχω πει το εξής και το πιστεύω ακόμα: Η σάτιρα για πάρα πολλά χρόνια τροφοδοτούσε τον ίδιο τον ηθοποιό με χρήμα, αν κάποιος αντιπολιτευόταν κάτι, ουσιαστικά την χρηματοδοτούσε. Υπήρξαν πολλοί που έκαναν σάτιρα που έβγαλαν πολλά λεφτά και πέρασαν πολύ καλά με αυτήν. Από την άλλη όμως, με την σάτιρα πρέπει να κάνεις και κοινωνικό έργο. Αν είναι απλά να κοροϊδεύεις, μπορούμε να μαζευτούμε ένα σωρό πολίτες μαζί με δημοσιογράφους και αντιπολιτευόμενους και να συζητάμε π.χ για έναν στύλο που έπεσε στις ράγες του τρένου επί μίας κυβέρνησης και κανείς να μην τον σηκώσει.

Σαφέστατα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ η σάτιρα από μόνη της…
Μα αν είναι να κάνουμε μόνο πλάκα με τα θέματά μας χωρίς να τα διορθώνουμε, τότε είναι πρόβλημα.

Εσύ κι αν έχεις εμπειρία… Έχεις συνεργαστεί και με τον Λάκη Λαζόπουλο.
Γιατί σου ήρθε αυτό το όνομα; Τώρα που τα συζητάμε αυτά;

Ε τί γιατί; Με το μπούμερανγκ που λέγαμε.
Είναι πάρα πολύ νωρίς για να κρίνουμε αυτό το φαινόμενο. Μιλάμε για έναν πολύ έξυπνο άνθρωπο, μία υπέροχη πένα που τραβάει ό,τι τραβάει τώρα λόγω της υποστήριξής του στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά για να είμαστε και δίκαιοι, εγώ δεν είδα να παίρνει άδεια το κανάλι την περίοδο που συνέβησαν αυτά, αν ήταν έτσι, γιατί δεν εξασφάλισε κατευθείαν την άδεια;

Για να σου κάνω τον δικηγόρο του διαβόλου, δεν ήταν δικό του το κανάλι.
Εργαζόταν όμως σε αυτό και μάλιστα ούτε και συνέχισε σε αυτό. Πρέπει να τα βλέπουμε λίγο πιο σφαιρικά τα πράγματα. Κι ο εξοστρακισμός είναι από την αρχαιότητα διαδεδομένος στην Ελλάδα.

Καλά ναι, ψάχνουμε πάντα τον αποδιοπομπαίο τράγο.
Πάντα. Έχουμε πέσει και σε αυτήν τη λούμπα. Είναι τρομερά λεπτό ζήτημα για έναν εμπνευσμένο άνθρωπο που εκτιμώ πολύ και έχω συνεργαστεί μαζί του. Προσωπικά δε μπορώ να το δω εντελώς αποστασιοποιημένα.

Δεν είχα σκοπό να σε ρωτήσω πάντως, ήρθε στην κουβέντα.
Μα δεν έκανε μόνο σάτιρα. Και θεωρώ ότι έχει γίνει κουραστικό πόσο τον έχουν πολεμήσει υπερβολικά τελευταία. Δε μας έβαλε ο Λάκης και κανένας Λάκης να ψηφίσουμε. Είναι αστείο. Τελικά δεν θα πάρεις ποτέ την ευθύνη; Εγώ, εσύ, αυτός… Όλοι μας. Αν σου πω εγώ αύριο ο τάδε είναι η λύση και πας εσύ ύστερα να τον ψηφίσεις, θα πεις ότι εγώ σε έβαλα; Οι Έλληνες είμαστε σαν παιδάκια.

Σε σχέση με σένα πάντως, μου δίνεις την αίσθηση ότι επιλέγεις τους ρόλους σου με κριτήριο τον βαθμό δυσκολίας. Τι τρέχει με σένα; Ψάχνεις συνέχεια την επόμενη πρόκληση;
Έλα ντε. Ωραία παρατήρηση. Θα σου κάνω εικόνα κάτι. Είναι γελοίο το πώς θα ξεκινήσω, σε προειδοποιώ. Η ζωή, η γη, το σύμπαν κινείται σε μία σπείρα, γύρω από έναν ήλιο, γύρω από κάτι που αναζητά, γύρω από κάτι που τα οδηγεί ξανά και ξανά στην ίδια –λίγο διαφορετική- τροχιά. Αν κάνεις ζουμ με μεγεθυντικό φακό, αυτή η σπείρα δεν είναι μία, αποτελείται από πάρα πολλές σπείρες. Ο άνθρωπος λοιπόν εξελίσσεται σε διάφορα επίπεδα, κι αυτές οι σπείρες είναι τα επίπεδα μέσα μας. Εγώ σε κάποια έχω εξελιχθεί, σε κάποια άλλα όχι. Στο κομμάτι της υποκριτικής, υπάρχουν κάποιες «σπείρες» που τις μοστράρω «κοιτάξτε τι καλός που είμαι, τι ωραία που κάνω αυτό», απιθώνω όλα αυτά τα τάλαντα και παράλληλα κινούμαι και σε μία σπείρα εσωτερικής εξέλιξης που περικλείει όλα αυτά που θέλω να πω στον κόσμο μέσα από ένα έργο, όλα όσα μαζεύω μέσα από την καθημερινότητά μου και θέλω να τα μοιραστώ. Το challenge που μου λες λοιπόν, έχει να κάνει με ένα κομμάτι της ματαιοδοξίας, ότι πρέπει διαρκώς μέσα σε όλα όσα γίνονται να ξεχωρίζεις και να λες «κοιτάξτε εγώ πόσο καλός είμαι σε σχέση με τους άλλους».

Συγγνώμη, μου λες ότι είσαι ματαιόδοξος;
Βέβαια. Δεν υπάρχουν ματαιοδοξίες στον καλλιτέχνη; Γιατί αλλιώς να σηκώσεις έναν άνθρωπο από το σπίτι του που έχει να σκεφτεί τα προβλήματά του, για να δει έναν άλλον άνθρωπο και να αλλάξει; Γιατί να έρθει αυτός να δει τον Ελευθερίου; Γι’ αυτό λοιπόν, είναι ένα επάγγελμα που δημιουργεί τρομερά υπαρξιακά. Στην πραγματικότητα, εγώ δε μπορώ να αλλάξω κανέναν. Εγώ δε μπορώ να πω ότι κάνω μία παράσταση και ελάτε να την δείτε γιατί δίνει τρομερές απαντήσεις στην ανθρωπότητα. Εγώ δεν θα βγω μια σέλφι, θα δώσω μια αγκαλιά και μια συμβουλή και θα αλλάξω κάποιον, θα αλλάξει μόνο αν κοιτάξει πραγματικά μέσα του. Άρα το πιο σημαντικό είναι να έρθει κάποιος στην παράσταση και μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά να έχει ξεχάσει ότι παίζει ο Ελευθερίου, η τάδε φίρμα, ο τάδε ηθοποιός. Να πει ότι μέσα στο εκάστοτε έργο βλέπει κάποιο οικείο του πρόσωπο, μία κατάσταση που κάτι του θυμίζει, να πάει για κρασί με τον φίλο του και να σκεφτεί «τι έργο ήταν αυτό;»

Άρα σε ποιους ρόλους λες όχι;
Λέω όχι στο «να πάω να δω τον μανιερίστα», σε εκείνον που ξέρει ο θεατής ότι σίγουρα θα γελάσει. Λέω όχι στο απόλυτα κεκτημένο. Πρέπει να ξεπερνάμε τη μανιέρα μας.

Φοβήθηκες όσο ήσουν στο Your Face Sounds Familiar ότι μπορεί να ταυτιστείς με μιμήσεις, που έτσι κι αλλιώς κάνεις πολύ καλά;
Ακόμα και αυτό δεν είναι άσχημο. Θα κάνεις έναν χαρακτήρα πολύ ωραία, θα γελάσει ο άλλος που τον κάνεις πολύ καλά και θα πάρεις και τα εύσημα, αλλά χρειάζεται να πηγαίνεις πιο βαθιά από τη μίμηση. Πρέπει να βλέπεις κι εσύ τι έχεις να πεις μέσα από αυτό.

Ποιοι χαρακτήρες είναι οι αγαπημένοι σου;
Πολλές φορές μου λένε «κάνεις με την φάτσα σου ακριβώς ίδιο τον Σάκη», οπότε είναι ένας χαρακτήρας που πάντα τον επισκέπτομαι και πάντα τον χρησιμοποιώ για να κάνω και σουρεαλιστικά πράγματα. Δεν χρησιμοποιώ τον χαρακτήρα για να μιλήσω για τον ίδιο τον χαρακτήρα. Η πιο βαθιά σάτιρα είναι αυτή που σατιρίζεις τον εαυτό σου, όχι τον καλλιτέχνη. Έχω ένα σκετσάκι που αγαπάει πάρα πολύ ο κόσμος στο οποίο βγαίνει και δίνει συμβουλές στους καλλιτέχνες ο Κώστας Τσάκωνας, ο οποίος είναι τεχνίτης.

Λένε πως για να μιμηθείς καλύτερα κάποιον, πρέπει η μίμηση να «πατάει» σε πολύ συγκεκριμένα «χτυπητά» χαρακτηριστικά. Αν ήθελε κάποιος να μιμηθεί εσένα, πού έπρεπε να «πατήσει»;
Χμμμ δεν το έχω σκεφτεί. Κάνω μεγάλους προλόγους, ξύνομαι συνέχεια… Επειδή δεν θέλω να «σπάσω τα αβγά», κάνω μεγάλους προλόγους για να μην παρεξηγηθεί κάποιος. Δε μου έρχεται κάτι άλλο. Αν θέλεις όμως θα το σκεφτώ και θα στο στείλω με mail.

Αυτό το κατάλαβα ήδη! Τι είναι καλύτερο λες, να γελάει ο κόσμος ή να κλαίει στις παραστάσεις; Πού πιστεύεις ότι τον κερδίζεις περισσότερο;
Στην κωμωδία. Η κωμικότητα έχει το χάρισμα να κάνει αυτόν που γελάει να αισθάνεται αμέσως μαζί σου οικειότητα. Αισθάνεται ότι θέλεις να του προσφέρεις κάτι καλό, ότι τον αγαπάς.

Εσύ πώς αισθάνεσαι καλύτερα;
Ακόμα και σε σχέσεις βλέπεις που λένε οι κοπέλες ότι θέλουν μία σχέση να τις κάνει να γελάνε ή φίλοι λένε «τι τον έφερες αυτόν μαζί σου, δε γελάμε». Το γέλιο είναι ένα εισιτήριο για να κερδίσεις τον άλλο, αλλά δεν είναι το μόνο που θα κρατήσει μία σχέση ζωντανή.

Έχεις αισθανθεί ότι κάποιοι προσπαθούν να σου εκμαιεύσουν οπωσδήποτε ένα αστείο;
Ναι, βέβαια. Όταν σε συνηθίζει κάποιος σε μία κατάσταση –ειδικά αν δεν είναι καλά- μπορεί σου πει «πες μου κάτι τώρα για να γελάσω», που εντάξει δεν είναι κατά παραγγελία μωρέ… Κι εγώ ξυπνώντας, το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι δεν είναι το επόμενο αστείο που πρέπει να βρω να πω… Όπως επίσης και το να βάζεις τον εγκέφαλό σου σε αυτήν τη λούμπα και αυτό μου δημιουργεί υπαρξιακά. Γιατί πρέπει να ξυπνάω και να σκέφτομαι ποιο είναι το επόμενο αστείο; Με αγχώνει.

Έχεις καταλάβει ότι μπορεί και να «στερέψεις»;
Μα στέρεψα, πέρασα και τέτοια περίοδο. Και δυστύχησα και είδα ότι έχω και μια πλευρά πιο θλιμμένη. Έκανα και ψυχοθεραπεία και απάντησα σε κάτι πάρα πολύ καίριο. Πόσο ευτυχής είμαι να αποδεχτώ ότι δε χρειάζεται να είμαι πάντα ευτυχισμένος!

Μας το περνούν πιστεύεις αυτό πολύ με τα σόσιαλ μίντια;
Θα το βρει αυτό σιγά σιγά η κοινωνία μας, ακόμα είναι πολύ ανώριμη. Η κοινωνία πέρασε έναν πόλεμο που έχει ακόμα απομεινάρια τριγύρω. Από τον α’ παγκόσμιο και μετά, ο κόσμος βίωσε τέτοια τραύματα που ακόμα είναι ανοιχτά, πληγιάζουν. Ακόμα διαιρούνται τα έθνη, η Ευρώπη παλεύει να δέσει τα κομμάτια της και να είναι ενωμένη και τόσα άλλα… Μετά από τόσες καταθλίψεις, πιστέψαμε ότι η λύση είναι η κονσερβοποίηση των προϊόντων, η κατανάλωση, η ομορφιά… Όμως βλέπουμε ότι αυτό δεν τελειώνει και αυτή η τελειοποίηση βάζει συνέχεια σε νέες περιπέτειες. Βάλε χείλια, αγόρασε αυτό, βάλε λίγο κώλο, φτιάξε τα μάτια, τα μαλλιά και συνεχώς να είσαι ευτυχισμένος έστω και επίπλαστα. Δεν είναι απαραίτητα κακά όλα αυτά, βοηθούν στο να έχει δουλειά ο κόσμος, αλλά στο τέλος της ημέρας βλέπεις ότι ούτε αυτό μας γεμίζει.

Πάνω σου τι θα άλλαζες;
Αν κάποια στιγμή δεν άντεχα το γήρας ή έβλεπα κάτι που με τρόμαζε πάρα πολύ πάνω μου και έβλεπα ότι τα σημάδια του χρόνου με καταπίνουν αντί να γερνάω όμορφα, μπορεί να πήγαινα να τα διορθώσω. Ακόμα όμως δεν το έχω σκεφτεί. Ακόμα ασπρίζω και λέω τι φυσικοί τρόποι υπάρχουν; Με δαφνέλαια, καλή διατροφή, τι; (γέλια)

Εσύ με τι γελάς;
Γελάω πολύ με τις αντιθέσεις της ζωής, όταν σε αναγκάζει να έρχεσαι σε επαφή με πράγματα που νόμιζες ότι τα είχες τακτοποιήσει και εκείνη στα ανατρέπει. Είναι το βασικό μοτίβο της κωμωδίας.

Κάποιοι γελάνε με τα memes πολύ που μοιάζουν με τα νέα ανέκδοτα.
Εγώ σου είπα με τι γελάω πάντως…

Άρα δε γελάς πάρα πολύ;
Γιατί δεν ανατρέπονται συνέχεια τα πράγματα; Θέλω να το γιγαντώσεις αυτό που σου είπα. Σκέψου έναν έντεχνο καλλιτέχνη που ανακαλύπτει ένα πρόβλημα πχ η Ελευθερία Αρβανιτάκη και της λέει ο γιατρός της ότι η λύση είναι ο Κώστας Τσάκωνας. Αυτά με κάνουν και γελάω.

Έχεις δηλώσει στο παρελθόν ότι έχεις θέμα με την τελειότητα. Πώς πιστεύεις ότι τα έχεις πάει μέχρι τώρα;
Τέλεια! (γέλια) Με την τελειότητα έχουμε μία τέλεια σχέση! (γέλια) Την τελειότητα δεν την φτάνεις, τη νιώθεις. Καταρχάς το πιο τέλειο πράγμα που μας έχει συμβεί είναι ότι ένα σπερματοζωάριο γονιμοποίησε ένα ωάριο και γεννηθήκαμε.

Α έχουμε φτάσει σε τόσο αρχικό επίπεδο προλόγου, στο σπερματοζωάριο! (γέλια)
(γέλια) Είναι πολύ τέλειο αυτό που μας συνέβη και από κει και πέρα κάνουμε μόνο ατελή πράγματα. Γενικά όμως έχουμε μάθει να αισθανόμαστε ατελείς γιατί μετράμε τη ζωή με τα βλέμματα των άλλων. Η ζωή είναι ατελής επειδή ψάχνουμε την τελειότητα μας στα μάτια των άλλων, στα μάτια του φίλου μας, κάποιου που μας γουστάρει, του αφεντικού, του γονιού και δεν το κάνουμε με τα δικά μας.

Με την επιβεβαίωση των likes επίσης. Εσύ όμως, πώς τα έχεις πάει;
Όταν ηρεμώ και συνειδητοποιώ ότι δε χρειάζεται να κάνω τίποτα για να είμαι οπωσδήποτε τέλειος, τότε το καταλαβαίνω.

Είσαι επιεικής με τον εαυτό σου;
Όχι. Αυτομαστιγώνομαι.

Αν δεις ότι δεν αντέχεις άλλο με το αυτομαστίγωμα, θα φύγεις πίσω στη Νάξο όπου μεγάλωσες; Το σκέφτεσαι ποτέ σαν plan B;
Γιατί εκεί δεν θα αυτομαστιγώνομαι;  Έχω παντού μαστίγιααυτομαστιγώματος. Η Νάξος δεν είναι plan B, είναι plan A. Νομίζω πως σιγά σιγά θα στραφώ προς τα κει. Τα πρώτα σημάδια είναι αυτά, θα δούμε όμως…

Ο Λευτέρης Ελευθερίου πρωταγωνιστεί για δεύτερη χρονιά στην παράσταση «Στα Ξένα Έλληνας και στην Ελλάδα Ξένος» σε σκηνοθεσία Γιώργου Σουξέ στο Θέατρο Χώρα έως και τις 18 Δεκεμβρίου.