Ανακαλύψτε τη Σύρο, το μυστικό ελληνικό νησί

 

Κακά τα ψέματα… Όσο κι εάν μας ενοχλεί, η Σύρος κάνει μία τεράστια προσπάθεια να διεκδικήσει μερίδιο από την τουριστική αγορά ενόψει της νέας περιόδου και επικοινωνιακά χειρίζεται πολύ έξυπνα το γεγονός ότι ήταν η πάλαι ποτέ «Αρχόντισσα» του Αιγαίου. Και πρόσφατα, την περασμένη εβδομάδα, η βρετανική εφημερίδα «The Times» του Λονδίνου με τον δημοσιογράφο Mick Hume (βρέθηκε στη Σύρο) παρουσίασε μία Σύρο να την …πιεις στο ποτήρι. Ο βρετανός δημοσιογράφος κατέγραψε εικόνες, συναισθήματα και εντυπώσεις ενώ προσπάθησε στο χαρτί να αποδώσει την ιστορία, την αρχιτεκτονική, το καλό φαγητό, τις παραλίες, τα σημεία διασκέδασης, τους τρόπους μετακίνησης, τη διαμονή, τους κατοίκους, την ατμόσφαιρα του νησιού και βέβαια ποντάρει στο γεγονός ότι η Σύρος είναι ένα νησί με πολλές και έντονες αντιθέσεις: κοσμοπολίτισσα με βαριά ιστορία από την μία, με όμορφες παραλίες και έντονη ζωή από την άλλη… Και μοιάζει σαν το κρυμμένο μυστικό της Ελλάδας όπου μας καλεί να το εξερευνήσουμε όπως αναφέρει και στον τίτλο του άρθρου.. 

Τι αναφέρει το δημοσίευμα; 

Ερμούπολη:Εκεί όπου η κλασσική Ελλάδα συναντά τον Αναγεννησιακό ρομαντισμό

Ξεκινώντας από την πρώτη εικόνα που αποκομίζει ο επισκέπτης, ήδη μέσα από το πλοίο, ο Mick Hume αναφέρει, πως «από την πρώτη μας επαφή με τη Σύρο, ήταν ξεκάθαρο, ότι δεν ήμασταν στην περιοχή που γυρίστηκε το “Mamma Mia!”. Ναι, είναι ένα όμορφο, ηλιόλουστο Ελληνικό νησί. Ωστόσο, μόλις το πλοίο έπλευσε μέσα στο λιμάνι της Ερμούπολης, δεν υπήρχε κανένα δείγμα από τα απλά γαλανόλευκα κτίρια και το στερεοτυπικό ψαρολίμανο. Αντίθετα, μας καλωσόρισε μία καλαίσθητη παστέλ αρχιτεκτονική μίας κομψής πρωτεύουσας, με νεοκλασικά αρχοντικά και πλακόστρωτους δρόμους, να σκαρφαλώνουν στους λόφους πίσω από την προκυμαία. Θεέ μου, πώς μπορούσαμε να του αντισταθούμε;»

«Η κάπως ξεθωριασμένη ομορφιά της πόλης, όπως το παλιό ναυπηγείο στη μία πλευρά του λιμανιού, είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής ιστορίας του νησιού. Η Ερμούπολη ήταν χτισμένη από πρόσφυγες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, ενάντια στην Τουρκοκρατία. Την ονόμασαν Ερμούπολη, χάριν του Ερμή, του θεού του εμπορίου, και κατά τις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, η Ερμούπολη ήταν στο κέντρο της ελληνικής εμπορικής, ναυτιλιακής και διανοητικής ζωήςΣημαντικότερο σημείο εμπορικών συναλλαγών, ακόμη και από τον Πειραιά, το λιμάνι της Αττικής, η Σύρος κέρδισε το προσωνύμιο “Μάντσεστερ της Ελλάδας”. Σήμερα, η Σύρος είναι ακόμη η καρδιά του φημισμένου συμπλέγματος νησιών, των Κυκλάδων. Ωστόσο,είναι αξιοσημείωτο το γεγονός, ότι συνεχίζει να μην έχει ανακαλυφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Βρετανούς και τους ξένους τουρίστες, που συρρέουν σε πιο μοντέρνα γειτονικά νησιά, όπως η Μύκονος. Εμείς χάνουμε. Έχουμε παραλείψει ένα νησί, αυθεντικά Ελληνικό, αλλά και εκλεπτυσμένα Ευρωπαϊκό, που έχει να προσφέρει το Αιγαίο», τονίζει.

Όσον αφορά στην εποχικότητα, όχι μόνο του τουρισμού, αλλά και της ζωής στα νησιά, ο δημοσιογράφος τονίζει, ότι «όταν επισκέφτηκα πρώτη φορά τις Κυκλάδες, πριν 35 χρόνια, ένας γηράσκων Βρετανός αλητάκος είπε σε εμάς, τους φοιτητές με τα σακίδια, πως κάθε χειμώνα, “οι Έλληνες αφήνουν στην άκρη αυτά τα νησιά και τα βάζουν στην αποθήκη”. Όχι στη Σύρο. Ως διοικητικό και οικονομικό κέντρο των Κυκλάδων, παραμένει ένα ολοζώντανο και λειτουργικό νησί όλο το χρόνο, με μία πανέμορφη κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα, της οποίας η παραθαλάσσια περιοχή, όπου τα νεοκλασικά αρχοντικά συναντούν το κύμα, κερδίζει επάξια το παρατσούκλι “Μικρή Βενετία”. Ως εκ τούτου, η Σύρος μπορεί να παινεύεται, όχι μόνο για τις αμμώδεις παραλίες της, αλλά επίσης για μερικά από τα καλύτερα εστιατόρια, όπως και για μία εκ των σημαντικότερων πολιτιστική και αρχιτεκτονική κληρονομιά στην Ελλάδα».

«Ένας από τους λόγους, γιατί η Σύρος δεν είναι ακόμη στον τουριστικό χάρτη, είναι η έλλειψη διεθνούς αεροδρομίου, για απευθείας πτήσεις. Μπορεί κανείς να πάρει το αεροπλάνο μέχρι τη Μύκονο και να “πεταχτεί” στην κοντινή Σύρο με πλοίο. Εμείς πήραμε τη γραφικότερη διαδρομή: πετάξαμε μέχρι την Αθήνα, περάσαμε με το ταξί την πόλη μέχρι το λιμάνι του Πειραιά και έπειτα ταξιδέψαμε την ήρεμη θάλασσα για τρεισήμισι ώρες, μέσα σε ένα καινούριο πλοίο της Blue Star. Οι διακοπές μας ξεκίνησαν στο πλοίο, με “μπόνους” μία στάση το Σαββατοκύριακο στην Αθήνα, κατά την επιστροφή μας», εξηγεί.

Όπως αναφέρει στη συνέχεια, «το πλοίο μας άφησε στο κέντρο της Ερμούπολης, το μέρος που κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα ταξίδι στη Σύρο και στις συνηθισμένες διακοπές σε νησί. Ως σύμβολο πλούτου και μαεστρίας, οι παλαιοί έμποροι και οι βιομήχανοι της πόλης, έστρωσαν τους δρόμους της όχι με χρυσό, αλλά με εισαγόμενο μάρμαρο. Η περισσότερη βιομηχανία έχει εξαλειφθεί, αλλά ο “αέρας” του μεγαλείου παραμένει. Πολλά από τα αξιοθέατα της Ερμούπολης, όπως το μεγαλοπρεπές Δημαρχιακό Μέγαρο, η Πλατεία Μιαούλη και το Θέατρο “Απόλλων” – που πολλές φορές συνδέεται με τη Scala του Μιλάνου, έχουν σχεδιαστεί από Γερμανούς και Ιταλούς αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα σε ένα νεοκλασικό στυλ – σαν ο ελληνικός κλασικισμός να συναντά τον Αναγεννησιακό ρομαντισμό. Περπατάς (και μερικές φορές γλιστράς) σε αυτούς τους εντυπωσιακά γυαλιστερούς πλακόστρωτους δρόμους, ανάμεσα στα πλήθη το βράδυ και τους Έλληνες τουρίστες, σταματώντας για παγωτό, ποτά ή λουκούμι (η φημισμένη «ελληνική λιχουδιά» του νησιού), ή για να θαυμάσεις τον κομψό περίγυρο, σε χρωματικούς τόνους, που η κ. Χιούμ θεωρεί πως πρέπει να έχουν εμπνεύσει τους Farrow & Ball, τους χλιδάτους χρωματοποιούς πίσω στην Αγγλία».

«Η πόλη, όμως, είναι κάτι παραπάνω από τα πέτρινα κτίρια, φυσικά, και οι άνθρωποι της Ερμούπολης είναι τόσο ζεστοί όσο και ο καιρός. Κόντρα στην οικονομική κρίση, που έχει επηρεάσει τον τουρισμό εδώ, οι ντόπιοι παραμένουν μία δεμένη, δυναμική και φιλόξενη κοινότητα, ιδιαίτερα στους επισκέπτες με πολλά λεφτά», τονίζει ο Hume.

Η Άνω Σύρος και η αρμονική συνύπαρξη των δύο Εκκλησιών

Ξεκινώντας την περιήγηση στην Άνω Σύρο και την ιστορία των δύο Εκκλησιών, οι οποίες χαρακτηρίζουν τη ζωή στο νησί, ο συντάκτης των “Times” γράφει:

«Πάνω από την Ερμούπολη, εκτείνεται πάνω στο λόφο η παλαιότερη ακόμη πόλη της Άνω Σύρου. Αυτός είναι ο πρώτος οικισμός, χτισμένος ψηλά στην πλαγιά του λόφου, ως φρούριο, προκειμένου να προστατέψει τους κατοίκους του, ενάντια στα πλιάτσικα των πειρατών, ενώ από ψηλά επιβλέπει ο καθεδρικός ναός του Αγ. Γεωργίου. Ασυνήθιστο φαινόμενο για τα ελληνικά νησιά, αλλά η Ενετική επιρροή, έκανε την Άνω Σύρο, αντί για Ελληνορθόδοξη, μία Ρωμαιοκαθολική αποικία και η Σύρος σήμερα, είναι αρμονικά διαιρεμένη, σε αναλογία 60-40, ανάμεσα σε Ορθόδοξες και Καθολικές κοινότητες».

«Και οι δύο εκκλησίες είναι περήφανες για την συνύπαρξη», συνεχίζει, «κάτι που οδήγησε τους Ρωμαιοκαθολικούς να ζητήσουν ειδική απαλλαγή από τον Πάπα, προκειμένου να γιορτάζουν το Πάσχα, την ίδια ώρα, με τους Ελληνορθόδοξους γείτονές τους. Σήμερα, οι επισκέπτες της Άνω Σύρου, ακόμη πρέπει να παρκάρουν έξω από την είσοδο του οικισμού και να περπατήσουν ανάμεσα σε λιθόστρωτα στενά. Είναι “μόνο” 895 σκαλιά μέχρι την κορυφή του οικισμού».

Περιγράφοντας τη ζωή του μεσαιωνικού οικισμού, σημειώνει, πως«αναμενόμενα, ίσως, το καταμεσήμερο η Άνω Σύρος έμοιαζε έρημη, σαν ένα άλλο πλιάτσικο πειρατών να ήταν σε εξέλιξη. Ωστόσο, απελευθερώνεται και ζωντανεύει το βράδυ, σε ένα λαβύρινθο από εργαστήρια χειροτεχνίας, εστιατόρια και μπαράκια. Πολλά από αυτά τιμούν τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον εκεί γεννηθέντα θρύλο του ρεμπέτικου μπουζουκιού, του οποίου τα επαναστατικά τραγούδια του πάθους και των καταχρήσεων, είχαν απαγορευθεί από το ελληνικό δικτατορικό καθεστώς του 1930, αλλά τώρα επαινούνται σε όλη την Ελλάδα».

Οδοιπορικό σε χωριά και παραλίες

Έπειτα από την εμπειρία των δύο βασικών κέντρων της Σύρου, ο Hume μεταφέρει τον αναγνώστη στα χωριά του νησιού, για τα οποία αναφέρει:

«Αν έχει την ευκαιρία κανείς να απομακρυνθεί από τους δρόμους της Ερμούπολης και της Άνω Σύρου, σε ένα γρήγορο γύρο της Σύρου με το αυτοκίνητο, αποκαλύπτεται ένα νησί, όπου οι αντιθέσεις γίνονται εντονότερες, καθώς βρίσκονται τόσο κοντά η μία στην άλλη, συμπυκνωμένες μέσα στα 32 τετραγωνικά μίλια της. Σε μικρό διάστημα, μπορεί να πάει κανείς από τους δρόμους της πόλης στις παραλίες, από την ανηφορική εξοχή στα βόρεια, με την δυνατή μυρωδιά του άγριου μωβ θυμαριού, στα γόνιμα εδάφη στα κεντρικά του νησιού, όπου τα χωριά ησυχάζουν, όσο οι σοδειές ποτίζονται από την αφαλάτωση, χωρίς την οποία ο σύγχρονος Ελληνικός πολιτισμός δεν θα είχε εξελιχθεί».

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, «οδηγώντας στους παραλιακούς δρόμους νότια της Ερμούπολης, αποκαλύπτεται η μία χρυσαφένια παραλία μετά την άλλη, για να την εξερευνήσουμε – κάποιες με άγρια δέντρα, άλλες οργανωμένες με μπαρ και ξαπλώστρες, κάποιες σε απάνεμους όρμους, άλλες με ανέμους που σηκώνουν κύμα. Αλλά όλες με καθαρή και αστραφτερή θάλασσα. Στο νοτιότερο τμήμα, υπάρχουν παραλίες, που θεωρείται ότι υπήρξαν καταφύγια πειρατών, προσβάσιμες με πλοίο. Ο άνεμος ήταν ιδιαίτερα δυνατός την ημέρα της προγραμματισμένης επίσκεψής μας με βάρκα, οπότε συμβιβαστήκαμε με κρύα ποτά και καλαμάρι σε μία παραλία στα νότια, τις Αγκαθωπές».

Ειδική μνεία στο καλό φαγητό του νησιού

Ιδιαίτερη αναφορά, ωστόσο, κάνει ο Hume στην γαστρονομία του νησιού, όπως και τις πολλές και διαφορετικές δυνατότητες που προσφέρει στον τομέα αυτό, ο οποίος είναι προσανατολισμένος να προσελκύει τον Έλληνα επισκέπτη, περισσότερο από τους ξένους.

Όπως σημειώνει στο άρθρο, «μέναμε σε ένα θέρετρο της Αζολίμνου, μία μικρή διαδρομή ή φθηνή κούρσα με ταξί, από τα ανατολικά μέχρι την πόλη […], όπου το προσωπικό σου έφερνε ποτά στην πισίνα και φαγητό, χωρίς να το ζητήσεις και όπου υπάρχει η θέα των γειτονικών νησιών από τα μπαλκόνια των δωματίων. Αν θέλει κανείς να μείνει στην Ερμούπολη, υπάρχουν όμορφα νεοκλασικά ξενοδοχεία εκεί, αλλά η βάση μας σε ένα παραθαλάσσιο χωριό αρκετά κοντά, ώστε να απολαμβάνουμε και την πόλη καθημερινά, μας έδωσε το καλύτερο και από τους δύο κόσμους».

«Στο νησί φάγαμε σε εστιατόρια, που έδειχναν, ότι η Σύρος είναι κάτι πολύ παραπάνω από τις συνηθισμένες διακοπές στην παραλία. Πρόκειται για εστιατόρια, που δεν έχουν στόχο τους ξένους επισκέπτες, οι οποίοι ψάχνουν την τρομερή “διεθνή κουζίνα”, αλλά τους Έλληνες, οι οποίο όχι μόνο ζουν και εργάζονται εδώ όλο το χρόνο, αλλά επίσης αποτελούν και τους περισσότερους τουρίστες. Υπάρχει μεγάλη προσφορά σε καλό σουβλάκι και μουσακά, όπως και κοντινά μπαρ και καφετέριες για να απολαύσει κανείς παγωμένο καφέ ή μπύρα με τους ντόπιους, χωρίς φανφάρες. Ωστόσο υπάρχουν πολλά περισσότερα. Στην Ερμούπολη, καθίσαμε έξω στο λιμάνι, τρώγοντας θαλασσινά […], ενώ κάναμε βόλτα στην πόλη και στην σκιερή οδό Κλώνου και Κυπαρίσσου Στεφάνου, η οποία είναι γεμάτη με εξωτερικά τραπέζια δημοφιλών εστιατορίων, […] από τη μία πλευρά μέχρι την άλλη», γράφει, ενώ επισημαίνει και μία φράση ενός συριανού επιβλητικού μετρ, ο οποίος τους εξήγησε, ότι «η Ελλάδα είναι ήλιος, τραγούδι, πολιτισμός και φαγητό. Αλλά περισσότερο φαγητό».

Η διαφορετική και ελκυστικά αυθεντική Σύρος

Τον μοναδικό χαρακτήρα του νησιού, φέρνει στο προσκήνιο, με αφορμή μία σύντομη μονοήμερη επίσκεψη στην πολύβουη και διεθνή Μύκονο.

«Αυτό που είναι διαφορετικό και ελκυστικά “αυθεντικό” στη Σύρο, έγινε εμφανές μετά το μονοήμερο ταξίδι μας στη γειτονική Μύκονο. Ένα όμορφο νησί, το οποίο τώρα είναι γεμάτο κόσμο και ένας υπερτιμημένος “μαγνήτης” για τον διεθνή τουρισμό, η Μύκονος είναι ένα περίεργο κράμα, όπου ένα κατάστημα, που πουλά χειροποίητες θρησκευτικές εικόνες, είναι ακριβώς δίπλα από ένα μπαρ, που διαφημίζει κοκτέιλ με άσεμνα ονόματα στους εξωτερικούς τοίχους του. Αφήσαμε το νησί στο πλήθος που διασκέδαζε πριν το ηλιοβασίλεμα, χαρούμενοι που γυρίσαμε “σπίτι” στη Σύρο, με ένα βραδινό ποτό στο μπαρ, που βρισκόταν στην ταράτσα ενός νεοκλασικού ξενοδοχείου, στη φινετσάτη περιοχή Βαπόρια, ακούγοντας τις καμπάνες του Αγίου Νικολάου, πιο ευχάριστα από τους ρυθμούς του μπαρ».

Κλείνοντας το αφιέρωμα στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, για την βρετανική εφημερίδα, ο Mick Hume τονίζει, πως «η Σύρος αγωνίζεται να προσελκύσει περισσότερους ξένους επισκέπτες, προκειμένου να γεμίσει το κενό που άφησαν οι “στριμωγμένοι” Έλληνες τουρίστες. Θα πρέπει να αποδεχτούμε την πρόσκλησή τους, τόσο για το καλό μας, όσο και για το καλό τους. Το νησί είναι ένα “μυστικό” του Αιγαίου, που έχει μείνει κρυμμένο σε κοινή θέα για πάρα πολύ καιρό».

Με πληροφορίες από την εφημερίδα "Κοινή Γνώμη"