Ακου πτώμα να μαθαίνεις... μία κινηματογραφική ατάκα που έγινε ...βιβλίο

ΑΚΟΥ ΠΤΩΜΑ, ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ
 

Συγγραφέας: Ιερώνυμος Λύκαρης

Θέμα: Αστυνομικά , θρίλερ, τρόμου

Εκδότης: Καστανιώτης

Επιμέλεια: Δημήτρης Λυμπερόπουλος

Σελίδες: 320

Τιμή Εκδότη: 12,72€ - Τιμή στο "Παλιό Βιβλιοπωλείο": 11,45€

Περίληψη

Το «'Ακου, πτώμα, να μαθαίνεις» είναι μια συναρπαστική ίντριγκα με απίστευτο φινάλε, αντάξιο της κωμικοτραγικής επινοητικότητας που γεννά η ροπή του ανθρώπου προς το έγκλημα. Ακούσιος εμπνευστής και οργανωτής της είναι ο Κόκκινος Τράγος, εισαγγελέας αποσπασμένος στη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της αστυνομίας, που διαχειρίζεται την κατάθλιψή του ερμηνεύοντας τους εφιάλτες του με έναν δικής του έμπνευσης εγκληματολογικό ονειροκρίτη.

Λίγες ώρες μετά την αποκάλυψη του μεγάλου μυστικού της ζωής και της καριέρας του στον Κόκκινο Τράγο, ο υποδιοικητής της υπηρεσίας ταξίαρχος Βάθρακας ή Σκιά βρίσκεται νεκρός στο γραφείο του.

Ποια αιματοβαμμένα νήματα συνδέουν τον κακόμορφο ταξίαρχο Βάθρακα, την πανέμορφη σύζυγό του Ξανθούλα ή Χήρα Αλεπού, τον διοικητή της υπηρεσίας αντιστράτηγο Χαρομήτρο ή Μινώταυρο και την εγκληματική οργάνωση Αδελφότητα του Βορρά, που στο παρελθόν είχε παγιδεύσει τον Κόκκινο Τράγο, όταν αυτός διερευνούσε τη δράση της; Τι ρόλο παίζουν στην υπόθεση ένας δημοσιογράφος του αστυνομικού ρεπορτάζ, ο Αργοναύτης, καθώς και δύο παιδικοί φίλοι του Κόκκινου Τράγου: ο Χαμαιλέοντας, υπουργός της κυβέρνησης, που από μικρός είχε το χάρισμα της εκμετάλλευσης των περιστάσεων, και ο Μανούσος, καντηλανάφτης, περιποιητής τάφων και συμπτωματικός deus ex machina της κάθαρσης;

Στη μυθιστορηματική πλοκή ενσωματώνονται αληθοφανή ρεπορτάζ που στήνονται «για καλό σκοπό», καθώς και ένα παραλλαγμένο δοκίμιο του Μαρξ με τίτλο Η συμβολή του οργανωμένου εγκλήματος στην ανάπτυξη του πλούτου των εθνών.

Ο τίτλος είναι δάνειο από την ταινία του Νίκου Νικολαΐδη "Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα". Η ατάκα λέγεται από τον Κωνσταντίνο Τζούμα.

Απόσπασμα από το βιβλίο

Ο μόνος από τους δικούς του που εμπιστευόταν ο διοικητής ήταν ένας αρχιφύλακας.

Ολοι οι άλλοι στο τμήμα του και στο δεύτερο τμήμα της κωμόπολης δούλευαν για το κύκλωμα. Το θεώρησα υπερβολικό. Αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο.

Ο πατέρας μου, ανώτατος δικαστής, έλεγε: «Ο καλός νομικός γίνεται δικηγόρος, ο κακός δικαστικός και ο χειρότερος εισαγγελέας».

Ποτέ δεν τον κατάφερα να μου πει πώς έφτασε σ’ αυτό το συμπέρασμα. Εγώ, πάντως, έγινα εισαγγελέας.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ηττήθηκα. Το παράξενο είναι ότι το ψυχανεμιζόμουν από την αρχή ότι θα ηττηθώ.

Κατά βάθος, δεν είχα αυταπάτες. Ούτε για την κατάληξη, ούτε για τις συνέπειες.

Και όμως, αφέθηκα να πλανευτώ από τον δαίμονα του παραλόγου.

Υπέκυψα στη γοητεία του αυτοκαταστροφικού ρίσκου· στην αφελή αλαζονεία τού να βιώσω τη δονκιχωτική ήττα σε όλο της το κακούργο μεγαλείο. Αποπειράθηκα να πυρπολήσω τους μυστικούς κήπους με τα φρούτα του Κακού μ’ ένα κουτί βρεγμένα σπίρτα.

Δεν έχει σημασία πώς με λένε. Πιστέψτε με, καμία. Ποιος θυμάται για πολύ το ονομάτισμα ενός γραναζιού;

Τι συναποτελούν, στο κάτω κάτω, ένα βαπτιστικό και ένα επώνυμο;

Μια ληξιαρχική καταχώριση εισόδου-εξόδου, που «ταυτοποιεί» μια ύπαρξη με το μίζερο Εγώ της.

Μια ανθρώπινη επινόηση για να ξεχωρίζει η μονάδα από το σύνολο. Για να διευκολύνεται ο διαχωρισμός όσων προορίζονται για αναλώσιμοι υπήκοοι στα φαιά κατάστιχα της αιώνιας ανωνυμίας από τους «δοξασμένους» που κατακτούν με το σπαθί και το χρήμα τις αιματοχρυσοστόλιστες σελίδες της Ιστορίας.

Προτιμότερα, λοιπόν, τα ψευδώνυμα κι ακόμα πιο καλά τα παρατσούκλια.

Τις πιο πολλές φορές, αντανακλούν με υπερβατική ακρίβεια αυτό που κατά βάθος είμαστε. Είτε οι ίδιοι τα διαλέγουμε, είτε μας τα κολλάνε οι άλλοι.

Για τις ανάγκες αυτής εδώ της ιστορίας, διάλεξα για ψευδώνυμο το Κόκκινος Τράγος.

Το υιοθέτησα συνειρμικά, έπειτα από μια τυχαία ματιά στη βιβλιοθήκη μου, στη ράχη του ομώνυμου μυθιστορήματος του Κώστα Παρορίτη.

Το Κόκκινος το ενστερνίστηκα ως επιθετικό ιδεολογικό προσδιορισμό. Το Τράγος επειδή κολλάει με το αποδιοπομπαίος.

Οχι με την έννοια της απέλασης του ενσαρκωμένου κακού, αλλά μ’ αυτήν της απέλασης του ενσαρκωμένου αιθεροβάμονος θύματος.

Πριν από μερικά χρόνια, ήμουν εισαγγελέας Πρωτοδικών σε νομό της Βορείου Ελλάδος.

Επειτα από μια ανώνυμη καταγγελία κατά ενός αστυνομικού και δύο συνοροφυλάκων για παροχή προστασίας σε νυχτερινά κέντρα στην παραμεθόριο, άρχισα να σκαλίζω τις ενδείξεις.

Μίλησα με τον διοικητή του τμήματος όπου ανήκε ο αστυνομικός, κι εκείνος μου το επιβεβαίωσε με τα μάτια.

Μια βδομάδα μετά, είχαμε κερδίσει ο ένας την εμπιστοσύνη του άλλου.

Αυτός μου είχε στείλει την ανώνυμη καταγγελία. Είχε ήδη ζυμώσει ανεπίσημα μια μαγιά από σοβαρές ενδείξεις και σκόρπιες αποδείξεις, ενώ μία απρόσμενη πληροφοριοδότρια είχε έλθει, με πρωτοβουλία της, σε επαφή μαζί του.

Του είχε στείλει ένα μικρό δείγμα στοιχείων που υπόσχονταν πολλά.

Τα συνεκτιμήσαμε και πιθανολογήσαμε ότι ήταν μία από τις «λογίστριες» του κυκλώματος, μάλλον ελληνοσερβικής καταγωγής, και κρυβόταν κάπου στην περιοχή.

Αν της εξασφαλίζαμε προστασία και διαβατήριο σε άλλο όνομα για να χαθεί, θα μιλούσε.

Υποθέσαμε ότι το κίνητρό της ήταν ιδιοτελές. Είχε υπεξαιρέσει κάποιο ποσό από το κύκλωμα, και ο μόνος τρόπος για να παραμείνει ζωντανή και το απολαύσει ήταν να προδώσει και μετά να γίνει αόρατη.

Ανταλλάξαμε λόγο ότι θα το φτάσουμε μέχρι το τέλος και δώσαμε τα χέρια. Ανοιξα την υπόθεση και ξεκίνησα προκαταρκτική εξέταση.

Ο μόνος από τους δικούς του που εμπιστευόταν ο διοικητής ήταν ένας αρχιφύλακας.

Ολοι οι άλλοι στο τμήμα του και στο δεύτερο τμήμα της κωμόπολης δούλευαν για το κύκλωμα. Το θεώρησα υπερβολικό. Αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο.

Μόλις η «λογίστρια» έμαθε ότι άνοιξα την υπόθεση, έστειλε και δεύτερο δείγμα, που μας βοήθησε να κερδίσουμε χρόνο και να αρχίσουμε να λύνουμε τις σωστές γλώσσες.

Οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Κάθε μέρα έπεφτα από έκπληξη σε μεγαλύτερη έκπληξη.

Ο επιπόλαιος ενθουσιασμός και οι απερίσκεπτες ελπίδες μου δεν κράτησαν πολύ.

Σε λιγότερο από έναν μήνα είδα το παγόβουνο να στρίβει με απειλητική νωχέλεια από τη γωνία και να ’ρχεται καταπάνω μου.

Δεν είχα να κάνω με μεμονωμένα περιστατικά, αλλά με ένα αριστοτεχνικά υφασμένο δίκτυο διεθνικών εγκληματικών οργανώσεων με κατά τόπους εθνικά παραρτήματα.

Μια ασύμμετρη εύπλαστη αλυσίδα από αλληλένδετους μικρόκοσμους του Κακού, που μια αδιαφανής ραχοκοκαλιά συνέδεε τους κρίκους της μ’ αυτό που συμβατικά αποκαλούμε «νομιμότητα».

Δρούσαν σε όλο το μήκος της βαλκανικής μεθορίου, ασελγώντας κατά συρροήν και κατ’ εξακολούθησιν σε όλα τα άρθρα του Ποινικού Κώδικα, με όλους τους πιθανούς συνδυασμούς που μπορεί να επινοήσει ο εγκληματικός νους του ανθρώπου. […]

 […] Και εκεί που πίστευα ότι είχα δέσει αρκετά καλά την υπόθεση, ένα γλυκύτατο φθινοπωρινό απομεσήμερο έλαβα το μοιραίο τηλεφώνημα.

Ανεπίσημη προφορική εντολή της ανώτατης προϊσταμένης αρχής: να «αναστείλω επ’ αόριστον κάθε περαιτέρω ενέργεια για λόγους εθνικής ασφαλείας».

Διαφορετικά, θα έκανα χαλάστρα «σε σοβαρότατη υπόθεση που εδώ και χρόνια δούλευε η δική μας μαζί με άλλες φίλιες μυστικές υπηρεσίες και αφορούσε σοβαρό κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης της περιοχής».

Μια ώρα αργότερα, ο διοικητής του τμήματος μου τηλεφώνησε από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Ακούστηκε φοβισμένος.

Τον είχαν μεταθέσει σε μια τουριστική κωμόπολη στο Λιβυκό Πέλαγος. Φοβήθηκε να μου πει ακόμα και το όνομά της.

Την άλλη μέρα έψαξα να βρω τον αρχιφύλακα. Αφαντος κι αυτός.

Πείσμωσα και άρχισα τις απειλές. Και για να γίνω πιστευτός, έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω για να βγάλω τα μάτια μου: Κατέγραψα τα πάντα σε ένα ανεπίσημο προκαταρκτικό πόρισμα και το έστειλα αρμοδίως, ζητώντας άδεια να συνεχίσω.

Αυτό ήταν. Τους απείλησα με τζούφιες φωτοβολίδες και τους πρόσφερα στο πιάτο τις σφαίρες για να πυροβολήσουν στο ψαχνό την εγκυρότητα της έρευνάς μου. [...]

Ο συγγραφέας:

Ο Ιερώνυμος Λύκαρης γεννήθηκε στην Αθήνα και έχει καταγωγή από τη Νάξο. Πήρε μέρος στον αντιδικτατορικό αγώνα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και για πολλά χρόνια μετά υπηρέτησε επαγγελματικά την ιδέα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Κατά καιρούς έκανε διάφορες σχετικές και άσχετες με το γράψιμο δουλειές, περιπλανήθηκε πολύ σε όλο τον κόσμο, και έζησε για μια δεκαπενταετία αυτοεξόριστος στην Αυστραλία. Πριν εκδώσει το πρώτο του μυθιστόρημα "Το ρομάντζο των καθαρμάτων" (2011), πρωτοδημοσίευσε κείμενά του στο δεύτερο και τρίτο τόμο των "Ελληνικών εγκλημάτων" (2008 και 2009). "Το ρομάντσο καθαρμάτων" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.