Γ. Ξανθούλης: "Εγώ, ο Σίμος Σιμεών"

Ο Γιάννης Ξανθούλης μάς μεταφέρει πίσω στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, σε μια καθημερινότητα από καιρό ξεχασμένη, τότε που κυριαρχούσε η πίστη και η ελπίδα σε ένα καλύτερο μέλλον.

Της Χριστίνα Δρούζα (iefimerida.gr

Ο Σίμος Σιμεών είναι ένα χαρισματικό εντεκάχρονο αγόρι, νόθος γιος μιας φιλάσθενης μητέρας, που ζει μαζί με τη μητέρα του και τις τέσσερις αδερφές της στο ασφυκτικό περιβάλλον μιας επαρχιακής κωμόπολης κάπου στη Μακεδονία. Ο πανέξυπνος Σίμος, καθώς μεγαλώνει και παρατηρεί τον κόσμο, αντιλαμβάνεται πολύ γρήγορα πως πρέπει να αναπτύξει ειδικές ικανότητες και ξεχωριστές άμυνες για να καταφέρει να επιβιώσει σε αυτό το προστατευτικό περιβάλλον, όπου κυριαρχούν τα ψέματα, το υποκριτικό ενδιαφέρον, τα κουτσομπολιά και άλλα πολλά στερεότυπα της επαρχίας, 

Τα πιο δυνατά σημείο της άμυνάς του είναι η φιλομάθεια, η αγάπη του για τα βιβλία του και η εκπληκτική του φαντασία που πολύ συχνά τον κάνει να έρχεται σε κόντρα με τη στενομυαλιά της οικογένειάς του. Ο Σίμος για να αντιμετωπίσει την πεζή καθημερινότητα φαντάζεται πως στην πραγματικότητα δεν είναι αληθινός, δεν υπάρχει. Ολόκληρη η ζωή του είναι η θριαμβευτική επινόηση ενός ταλαντούχου συγγραφέα. Ωστόσο η ζωή που έχει επιλέξει ο συγγραφέας για αυτόν δεν του αρέσει. Ο ήρωας επιθυμεί να ανοίξει τα δικά του φτερά και να ζήσει μια ζωή αντάξια των δικών του ονείρων.

Επιστροφή στη δεκαετία του 60
Ο «Σίμος Σιμεών» είναι μια περιπλάνηση στην επαρχία της δεκαετίας του ’60, σε μια Ελλάδα που ζει γεμάτη ελπίδα και όνειρα. Η διάχυτη αισιοδοξία θα μετατραπεί σε εφιάλτη μόλις τρία χρόνια μετά… Ο Γιάννης Ξανθούλης, με το αμίμητο ύφος και την πνευματώδη γλώσσα, παρακολουθεί την καθημερινότητα της παράξενης οικογένειας δίνοντας έμφαση στις κωμικοτραγικές καταστάσεις –εκείνες που καθόρισαν κατά κάποιον τρόπο το ελληνικό στίγμα της εποχής εκείνης, αλλά και τις αυταπάτες που ακολούθησαν και μας ταλανίζουν μέχρι και σήμερα.

Ο Γιάννης Ξανθούλης σημειώνει για το νέο του μυθιστόρημα: «Σχέσεις «μίσους-αγάπης» κυριαρχούν με τους ήρωές μου και την αφεντιά μου. Τους αγαπώ και τους υποστηρίζω, έχοντας κατά νου να τους καταστρέψω με την πρώτη καλή ευκαιρία. Προχωρώντας η γραφή, τα αισθήματα αμβλύνονται, συγκρατώ τις διαθέσεις μου, αναβάλλω τα χειρότερα που ετοίμαζα γι’ αυτούς, προκύπτουν άλλες συναισθηματικές συντεταγμένες, αφοπλίζομαι από την αδυναμία τους, ώσπου, τέλος, αφήνομαι στα διλήμματά μου και τους παραδίδω στο έλεος των αναγνωστών…».

Ο συγγραφέας

Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1947, από γονείς πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Σπούδασε δημοσιογραφία, σχέδιο και ενδυματολογία θεάτρου. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνο. Το πρώτο του μυθιστόρημα, Μεγάλος Θανατικός, κυκλοφόρησε το 1981 και το 1982 ξεκίνησε να γράφει τα «Σαββατιάτικα» στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.

Έγραψε αρκετά σατιρικά κείμενα και θεατρικά έργα από τα οποία τα περισσότερα παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Ακόμη ασχολήθηκε και με το παιδικό θέατρο, καθώς επίσης έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της ΕΣΗΕΑ.