Ο Παράδεισος του Καζαντζάκη

Αλήθεια έχετε διαβάσει ποτέ τι έχει γράψει γι τη Νάξο ο Νίκος Καζαντζάκης; Μέσα από την εργασία της Μαρίας Ξεφτέρη (φιλολόγου) παρακολουθούμε σκέψεις και αναφορές πάνω στη Νάξο διά χειρός … του μεγάλου κρήτα συγγραφέα 

«Αν ο Παράδεισος ήταν στη γη, θα ήταν εδώ», έγραψε ο μεγάλος λογοτέχνης Νίκος Καζαντζάκης όταν επισκέφθηκε το νησί της Νάξου. Και δεν είχε άδικο. 

Για δύο χρόνια φιλοξενούμενος στις Εγγαρές έζησε μοναδικές στιγμές και έφτασε στο σημείο να γράψει «Γλύκα μεγάλη είχε το νησί ετούτο, ησυχία πολλή, αγαθά τα πρόσωπα των ανθρώπων, σωροί τα πεπόνια, τα ροδάκινα, τα σύκα κι η θάλασσα ήρεμη. (...) 

Για τον μεγάλο κρήτα συγγραφέα αυτά τα δύο χρόνια ήταν ένα μεγάλο σχολείο. Φοίτησε βέβαια και στη Γαλλική Σχολή στο Κάστρο της Νάξου που τον βοήθησε σημαντικά να ωριμάσει τόσο ως άνθρωπος αλλά και ως συγγραφέας. Και το αποτέλεσμα ένα καταπληκτικό βιβλίο, «Αναφορά στον Γκρέκο» που εκτός από αυτοβιογραφική ιστορία, ένας ύμνος για τη Νάξο… 

Φέτος είναι το έτος Καζαντζάκη. Και η Νάξος με έναν ξεχωριστό τρόπο για γιορτάσει αυτή τη χρονιά… Περισσότερο τις επόμενες ημέρες. 

Μέχρι τότε, μπορεί να διαβάσετε την εργασία (ομιλία) της Μαρίας Ξεφτέρη - φιλόλογος – γλωσσολόγος – με τίτλο τίτλο: «Σφαγή – Νάξος – Λευτεριά. Η Νάξος του Νίκου Καζαντζάκη μέσα από το μυθιστόρημά του Αναφορά στον Γκρέκο».

Η κάθε λέξη είναι σκληρότατο τσόφλι που κλείνει μέσα του μεγάλη εκρηχτικιά δύναμη· για να βρεις τι θέλει να πει πρέπει να την αφήνεις να σκάζει σαν οβίδα μέσα σου και να λευτερώνει έτσι την ψυχή που φυλακίζει.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 
Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 19653, σελ. 108.

Σφαγή –Νάξος –Λευτεριά: Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν αυτές οι τρεις λέξεις σχετίζονται μεταξύ τουςκαι, αν ναι, με ποιον τρόπο. Αποτελούν τους τίτλους μιας ακολουθίας κεφαλαίων2στο βιβλίο τουΝίκουΚαζαντζάκη Αναφορά στον Γκρέκο·μιας ακολουθίας που εκ πρώτης όψεως δεν διακρίνεται για τη συνεκτικότητά της. Πιστεύω όμως ότι γρήγορα ένας αναγνώστης μπορεί να ανακαλύψει τις προθέσεις του συγγραφέα και να κατανοήσει πώς ανάμεσα σε δύο λέξεις, τη «σφαγή» και τη «λευτεριά»,πουόπως μας λέει ο Καζαντζάκης,«στάζουν αίμα πολύ και δάκρυο, κι απάνωτους είναι σταυρωμένος αλάκερος λαός»3, χωράει ένα νησίτου Αιγαίου· και δεν είναι, όπως θα ανέμενεκανείς, η Κρήτη, αλλά η Νάξος.

Το 1897, κατά την τελευταία μεγάλη Κρητική Επανάσταση, ο Νίκος Καζαντζάκης μαζί με την οικογένειά του καταφεύγειστη Νάξο.Έχοντας δειτο αληθινό πρόσωπο της ζωής, «το κρανίο»όπωςτο ονόμαζε, και έχοντας ζήσει τον συνεχή κοινωνικό αναβρασμό ανάμεσα σε Κρητικούς και Τούρκους, την αγριότητακαι τις σφαγές,τον ακατάπαυστοαγώνα για τη λευτεριά της Κρήτης, ο Καζαντζάκης, με παρότρυνση του πατέρα του,επιλέγει, χωρίς κάποιο ιδιαίτεροκριτήριο, τον τόπο καταφυγής της οικογένειάς του.Μας αφηγείταιχαρακτηριστικά:

―Πάμε απάνω στην κάμαρά σου να πάρουμε απόφαση, μου’πε ο πατέρας μου πριν φύγουμε από το σπίτι.

Στάθηκε στη μέση της κάμαρας, μου ’δειξε ένα μεγάλο χάρτη της Ελλάδας που κρέμουνταν στον τοίχο.

―Δε θέλω στον Πειραιά μήτε στην Αθήνα· εκεί θα μαζωχτούν όλοι· θ’ αρχίσουν τις κλάψες πως δεν έχουν να φάνε και θα ζητιανεύουν βοήθεια· αυτά τα σιχαίνουμαι· διάλεξε κανένα νησί.
― Όποιο θέλω;
― Όποιο θες.
Ανέβηκα σεμιαν καρέκλα, πήρα σβάρνα τα νησιά του Αιγαίου, πράσινα μέσα σε γαλάζιο πέλαγο, περιδιάβαζα το δάχτυλό μου από τη Σαντορίνη στη Μήλο, στη Σίφνο, στη Μύκονο, στην Πάρο, στάθηκα στη Νάξο.
―Στη Νάξο! είπα.
Μου άρεσε το σχήμα της και τ’ όνομά της· πού να μπορούσα τη στιγμή εκείνη να μαντέψω τι αποφασιστική επίδραση θα ’χε σε όλη μου τη ζωή η τυχαία, η μοιραία ετούτη εκλογή!
―Στη Νάξο! είπα πάλι και κοίταξα τον πατέρα μου.
―Καλά, αποκρίθηκε αυτός· πάμε στη Νάξο.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 
Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 19653, σελ. 111.

Η τύχη, η μοίρα―ποιος ξέρει;―φέρνουντον Νίκο Καζαντζάκη στη Νάξο, η οποία αποτέλεσε μια γλυκιάπαρέκβαση σταιδιαίτερα φορτισμένανεανικάτου χρόνια,αλλά,όπως θα δούμε και στη συνέχεια,έναν καθοριστικό σταθμό της πορείας του ως πνευματικός άνθρωπος.
Στη Νάξο ο Νίκος Καζαντζάκης ένιωσεόχι μόνο πώς είναι να είναικανείς ελεύθερος, αλλά και γιατί δεν αρκεί μόνο αυτό.Αυτό θα λέγαμε πως το βρίσκουμε ώριμα διατυπωμένο σε άλλα σημεία του βιβλίουΑναφορά στον Γκρέκο, αλλά κυρίως στην Ασκητικήτου:«Η ανώτατη αρετή δεν είναι να’σαι λεύτερος αλλά να μάχεσαι για την ελευθερία»4.
Ως δεινός περιηγητής περιγράφει το νησί και τους ανθρώπους του: τη γλυκύτητα του τόπου, την ησυχία και την ασφάλεια πουαπέπνεε,την πλησμονή των αγαθών, την αγαθότητακαιτη μακαριότητα των κατοίκων του. Οι Ναξιώτες δεν είχαν τρομάζει ποτέ μήτε από σεισμό μήτεαπό Τούρκο, «τα μάτια τους δεν καίγουνταν», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά5.Στη Νάξο «η λευτεριά είχε σβήσει τη λαχτάρα για τη λευτεριά»και αυτό δεν είχε κάνει απλά εντύπωση στον Καζαντζάκη·ήταν κάτι που τον προβλημάτιζε και τον έκανε να νιώθει ίσως λίγο άβολα, ακόμη και ανιαρά. «Ο κρητικός αγέρας, όταν ήμουν παιδί», μας διηγείται, «μύριζε το χνότο του θεριού, του Τούρκου»6.Στη Νάξο όμως: «η ζωή απλώνουνταν ευτυχισμένο κοιμάμενο 
νερό· κι αν κάποτε ταράζουνταν, ποτέ δε σήκωνε τρικυμία»7.Γι’ αυτό και «η Κρήτη γίνηκε παραμύθι, ένα ανταρεμένο σύννεφο μακρινό, ποτέ τρομάρες κι αίματα κι αγώνες ελευτερίας· τα πάντα έλιωναν και χάνουνταν μέσα στη νυσταλέα τούτη ναξιώτικη ευδαιμονία»8.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, σ’ έναεξοχικό σπίτι στις Εγγαρές όπου φιλοξενούνταν,ο Καζαντζάκης διασκέδασε την ανία του διαβάζονταςιστορίες για φυλέςκαι ξένους πολιτισμούς, για αλλόκοτα θεριάκαι πολεμιστές, γιαανοίκειες θάλασσες και μακρινές πολιτείες. Φανταστικές ιστορίες που αναστάτωναν την καρδιά του, πλάταιναν όμως τον νου και τη φαντασία του, πλάταιναν τον κόσμο των νεανικώντου χρόνων, ο οποίος μέχρι τότε περιοριζόταν στην Κρήτη. Μέσα από αυτά τα νοεράταξίδια σε άλλους τόπους και πολιτισμούς συνειδητοποίησε, παρά το νεαρό της ηλικίας του, ότιδεν θααργούσε η μέρα που και ο ίδιοςθα άνοιγε τα φτερά του να πετάξει και να φύγειμακριά, προκειμένου να δοκιμάσειταδικά τουόρια, τα όριατου δικού του κόσμου. 

Στις πρώτες παραγράφουςτου κεφαλαίου της Νάξουο Καζαντζάκης,ως άλλος επικός ποιητής, εφαρμόζει μηχανισμούς που επιβραδύνουν τη δράση και εξομαλύνουν τηνένταση των προηγούμενων σελίδων. Τολμώ να πω ότι οι πρώτες παράγραφοι του κεφαλαίου με παρέπεμψαν στη ραψωδία ε της Οδύσσειας, στις περιγραφές του νησιού της Καλυψώς. Αυτήντην επική άνεση διέκρινα και γω σ’ αυτές τις σελίδες· την πρόθεση του ―ποιητήπια―Καζαντζάκη όχι απλά να προσφέρειμιαν ανάπαυλα στοναναγνώστητου, αλλά να αντιπαραβάλει τις γεμάτες αίμα και αναταραχή σκηνές της αγωνιζόμενης Κρήτης με τις ειρηνικές εικόνες της ναξιακής γηςκαι των κατοίκων της,που ως άλλοι μάκαρες γεύονταν τα αγαθά της λευτεριάς. Με τον ίδιο τρόπο που και για τον ίδιο τον Καζαντζάκη η Κρήτη έγινε αρχικά ένα μακρινόπαραμύθι, με τον ίδιο τρόπο και ο αναγνώστης προσωρινά ξεχνά τον κρητικό αγώνακαι μεταφέρεται σε έναν άλλο κόσμο, σε ένα άλλο παραμύθιπου λαμβάνει χώρα στη Νάξο.

Βέβαια, η Κρήτη δεν παύει ποτέ να είναι παρούσαστην καρδιά καιστο μυαλό του. Ο πατέρας του αγωνιά τόσο για την έκβαση του κρητικού αγώνα―γι’ αυτό άλλωστε και επιστρέφει στην Κρήτη―όσο και για τη μόρφωσητου γιου του. «[…] πρέπει να γίνεις άνθρωπος» του τονίζει9. Και «Άνθρωπος, πάει να πει χρήσιμος στον τόπο σου»10. Ο καπετάν Μιχάλης από νωρίς είχε διακρίνει ότι ο δρόμος του γιου του ήταντα γράμματα. «Να μάθεις γράμματα», τον συμβούλευε, «για να βοηθήσεις την Κρήτη να λευτερωθεί· αυτός είναι ο σκοπός!»11.Ο Νίκος Καζαντζάκης εγγράφεται ως ημισύσσιτος μαθητής στη Γαλλική Εμπορική Σχολή τού ΤίμιουΣταυρού, την οποία διοικούσαν φραγκισκανοί μοναχοί, οι «φραγκοπαπάδες»όπως τους ονόμαζε. Όσο κι αν ο πατέρας του φοβότανμήπως και φραγκέψει, δεν έπαυε
να έχει εμπιστοσύνη στον γιο του· ή, πιο σωστά, στο αίμα που έρρεεστις φλέβες του γιου του, στο αίμα δηλαδή της Κρήτης. Πόσο πιο αρμονικά θα μπορούσενα πυκνωθείολόκληροτο νόημα της παράδοσηςμέσα σε μία και μόνο πρόταση… Για τον Καζαντζάκηη αιματοσυγγένεια και η κληρονομικότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την κληρονομιά του τόπου και των προγόνων, με ένα―ας μου επιτραπεί ο όρος―πολιτισμικό dna. Χρέος του ανθρώπουείναι να νιώσει μέσα του όλους τους προγόνους, να φωτίσει την ορμή τους·να συνεχίσει το έργο τους, αλλά και να τους ξεπεράσει,να φτάσει όπου δεν μπορεί.

Η φοίτησή του στη Γαλλική Σχολή του Τίμιου Σταυρού αποτέλεσε για τον Καζαντζάκη ένα ορόσημο στην πνευματική του πορεία: Εκεί διδάχτηκε τη γαλλική και την ιταλική γλώσσα και γνώρισε τονδυτικό πολιτισμό μέσα από τη γαλλική λογοτεχνία. Διεύρυνε τους ορίζοντές του και συνειδητοποίησε ότι δεν είναι ανέφικτο το φίλιωμα ανάμεσα σε αντίμαχες ορμές αλλά ούτε καιηισορροπία ανάμεσα σε δύο,κατά τα άλλα,αντίθετουςπόλους, όπως είναι ο ελληνισμός και οκοσμοπολιτισμός. Και αυτό γιατί στην ουσία δεν υπάρχειζήτημα επιλογής και αποκλεισμού του ενόςαπό το άλλο. Όλα εδράζονταισεαρχετυπικές ανάγκες και αιώνια ερωτήματα, που δίνουν σκοπό και ενότητα στον άνθρωπο σε ολόκληρη τηδιαχρονίατου.Μας διηγείται χαρακτηριστικά:

Τούτο στάθηκε το πρώτο κι ίσως το πιο αποφασιστικό πήδημα της πνεματικής μου ζωής. Άνοιξε μέσα στο μυαλό μου μια πόρτα μαγική που μ’ έβγαλε σ’ έναν κόσμο καταπληκτικό. Ως τώρα ήταν η Κρήτη, η Ελλάδα, ένα στενό αλώνι όπου στριγμώνουνταν και πάλευε η ψυχή μου· τώρα ο κόσμος πλάτυνε, οι ανθρωπότητες πλήθυναν, έτριζαν τα εφηβικά στήθια μου να τις χωρέσουν. Ως τη στιγμή εκείνη το μάντευα μα δεν το ’ξερα τόσο θετικά πως ο κόσμος είναι πολύ μεγάλος, κι ο πόνος κι ο μόχτος είναι σύντροφοι και συμπολεμιστές όχι μόνοτου Κρητικού παρά και του κάθε ανθρώπου· […] Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος από τον πόνο τον εδικό μας, κι η λαχτάρα της λευτεριάς δεν είναι προνόμιο του Κρητικού μονάχα, είναι αγώνας αιώνιος του ανθρώπου. Δε χάθηκε η Κρήτη από το νου μου, μα αλάκερος ο κόσμος απλώθηκε μπροστά μου, έγινε θεόρατη Κρήτη, που λογής λογής Τούρκοι την τυραννούν, μα όλο τινάζεται όρθια και ζητάει λευτεριά. Έτσι, μετατρέποντας σε Κρήτη αλάκερο τον κόσμο, μπόρεσα στα πρώτα χρόνια της εφηβικής μου ζωής να νιώσω τον αγώνα και τον πόνο του ανθρώπου.[…]

Βέβαια, ποτέ δεν έπαψε να νιώθει τεράστια ευθύνη απέναντι στον τόπο του. Αυτόςήταν η βάση και το κίνητρο κάθε πράξης του. Είχε χρέος να μην ντροπιάσει την Κρήτηκαι τους προγόνους του, να είναι ο πρώτος· όχι τόσο από ατομικό φιλότιμοή φιλοδοξία,αλλά από εθνική υποχρέωση.Αγαπούσε την ευθύνη. Είχε συνειδητοποιήσει ότι αυτός, μονάχος του, είχε χρέος να σώσει τη γη του. Αν δεν σωνόταν, αυτός θαέφταιγε12.Αυτό το αίσθημα του χρέουςκαι της ευθύνηςαπό νωρίς του το είχε ενσταλάξει ο πατέρας του.Του είχε γράψει μάλιστα σε ένα του γράμμα:
«Εγώ πολεμώ τον Τούρκο, κάνω το χρέος μου· πολέμα κι εσύ, βάστα μη σου σηκώσει το μυαλό ο Φράγκος, σκύλος είναι κι αυτός σαν τον Τούρκο· μην ξεχνάς πως είσαι Κρητικός και πως το μυαλό σου δεν είναι δικό σου, είναι της Κρήτης, ακόνιζέ το όσο μπορείς, να βοηθήσεις κι εσύ μια μέρα με το μυαλό σου την Κρήτη να λευτερωθεί. Μια και δεν μπορείς με τ’ άρματα, ας είναικαι με το μυαλό·τουφέκι είναι κι αυτό.Ακούς τι σου παραγγέλνω; Ακούω, να λες.
»Αυτά για σήμερα και για αύριο και για πάντα. Μη με ντροπιάσεις!»
Ένιωθα απάνω στους ώμους μου όλη την Κρήτη. […]

Όταν δυσκολευόταν σε κάποιο μάθημα, αν δεν έβγαινε πρώτοςσε κάποιο διαγωνισμό,ένιωθε ότι ντρόπιαζε ολόκληρη την Κρήτη· τον πατέρα του πρωταρχικά, ουσιαστικά όμως ολόκληρη την Κρήτη. Όταν πάλι ξεπερνούσεόλους τους συμμαθητές του, όταν περνούσε πρώτος στις εξετάσεις και έπαιρνε βραβεία, πίστευε ότι δεν ήταν ο ίδιος που το πετύχαινεαυτό αλλά η Κρήτη.Δάσκαλοι και συμμαθητές τον καλούσαν με το προσωνύμιο «Κρητικός». Ακόμα και αυτό του θύμιζε ακόμα περισσότεροτο χρέος του. Λογόκρινε τη νεανική ξεγνοιασιά, το γέλιο και τη ζωηράδα της ηλικίας του. Η πατρίδατου ήταν σκλαβωμένη. Δεν χωρούσαν, λοιπόν, μικρές χαρές και ατομικές έγνοιες μέσασ’ ένα τέτοιοεθνικό πένθος, σε έναντέτοιο ανώτεροσκοπό όπως ήταν ο αγώνας για τη λευτεριά.
Η δίψα του να ανταποκριθεί στο εθνικό του χρέος ταυτίστηκε με τη δίψα του για μάθηση: ένιωσε έντονα την ανάγκη να διαβάσει, να μάθει, να γνωρίσει ιδίοις όμμασι άλλες χώρες και πολιτισμούς, να δει τη χαρά, τον πόνο και τους φόβους των συνανθρώπων του. Αν μέχρι τότε κυριαρχούσανμέσα τουτρία πρωτόγονα πάθη, ο φόβος, ο αγώνας να νικήσει τον φόβο και η λαχτάρα της λευτεριάς, η επαφή του με άλλες κουλτούρες, η πνευματική καλλιέργεια, το κυνήγι του γαλάζιου πουλιού, όπως μας αναφέρει 
χαρακτηριστικά13, έγιναν για τον Καζαντζάκη αυτοσκοπός: ήθελε και ο ίδιος να ζήσει, να χαρεί καινα πονέσει, ν’ αγωνιστεί για τα πιστεύω του.Αυτό, άλλωστε, ήταν και το όραμά του, όπωςδιατυπώνεται στην Ασκητικήτου: ο αγώνας· γιατί μέσα σε αυτόν ξετυλίγονται και δουλεύουν αιώνια ο πόνος, η χαρά και η ελπίδα14. 

Ήταν τέτοιας ζωτικής σημασίας ζήτημα η ικανοποίηση των πνευματικών του ανησυχιών, το μεράκι αλλά και η επιμονή του, ώστεκατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Γαλλική Σχολή έγραψε ένα γαλλο-ελληνικό λεξικό. Εύλογος ο νεανικός του ενθουσιασμός για ένα τέτοιο εγχείρημα, πόσο μάλλον και η επιθυμία του να μοιραστεί το πρώτο ουσιαστικά πνευματικό του δημιούργημα με τους δασκάλους του.Οδιευθυντής της σχολής, ο Περ Λωράν, θαύμασετη δουλειά τουκαιτου έδωσε την ευχή του. Τον βεβαίωσε ότι είχε βρει τον δρόμο του. Και ο δρόμος αυτός ήταν η μάθηση. Ο υποδιευθυντής της σχολής όμως, ο Περ Λελιέβρ, του το πέταξε στα μούτρα. Δεν ήταν της ηλικίας του αυτά τα πράγματα, δεν θα πρόκοβεαν ακολουθούσε τόσο πρώιμα αυτόν τον δρόμο. «Αν είσαι αληθινός Κρητικός», του είπε, «κάψε το αυτό το καταραμένο λεξικό και φέρε μου τη στάχτη. Τότε θα σου δώσω την ευκή μου»15.Νομίζω πως πάντα ο Καζαντζάκης βρισκόταν μπροστά σε ένα δίλημμα· πάντα έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους. Ποιος ήταν ο σωστός και ποιος ο λάθος; Και με βάση ποια κριτήρια; Τι θα έπρεπε να επιλέξει στην προκειμένη περίπτωση; Τη μάθηση και την πνευματική καλλιέργεια, την αφοσίωση σε τέτοιους είδους πνευματικές εργασίεςή τη χαρά της ζωής και της νιότης του;
Σε ανάλογο δίλημμα βρέθηκε και αργότερα, όταν κατέφθασε από τη Ρώμη ο Καρδινάλιος που επιθεωρούσε τα καθολικά σχολεία της Ανατολής. Ο Καρδινάλιος,ενημερωμένος για τις θαυμαστές επιδόσεις του, πρότεινεστον Καζαντζάκη να τον ακολουθήσει στη Ρώμη, να σπουδάσει εκεί, να σταδιοδρομήσει, να γίνει καρδινάλιος και ―γιατί όχι;―πάπας.Πάλι ο νεαρός Καζαντζάκης βρέθηκε μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα:Να αρνηθεί τον κύρη και τη μάνα του, να φύγει μακριά από τον τόπο του και να φραγκέψει ή να παραμείνει πιστός στον τόπο και στο χρέος του; Παρασυρμένος ίσως από νεανικό ενθουσιασμό, μια καλώς ιδωμένη φιλοδοξία και αφέλεια επέλεξε το πρώτο. Θα έφευγε χωρίς να ενημερώσει και να αποχαιρετήσει την οικογένειά του. Ξάφνου όμως, «η Μοίρα κουνήθηκε, άπλωσε το χέρι» και του ’φραξε τον δρόμο.Ο πατέρας του το έμαθε και τον πήρε αμέσως από τη Σχολή. Η προδοσία τουγιου ήταν ανείπωτη. Ο καπετάν Μιχάληςείδε να παίρνει σάρκα και οστά ο μεγαλύτερόςτουφόβος. Μπόρεσε όμως να τον συγχωρήσει, όταν μετά από λίγο καιρό ελευθερώθηκε η Κρήτη. «Λευτερώθηκε η Κρήτη, τα περασμένα ξεχασμένα, ας συγχωρέσουμε και τον Ιούδα!», του είπε16. Και έτσι, μετά από λίγες μέρεςέφυγαν από τη Νάξο καιεπέστρεψαν οικογενειακώς στην Κρήτη.
Ο Νίκος Καζαντζάκης έμεινε στη Νάξο για δύο χρόνια. Μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα, και με αφορμές που έφερε ο τόπος και οι άνθρωποί του, μπόρεσε να ωριμάσει και να προσδιορίσει καταλυτικές αξίες του ιδεολογικού οικοδομήματος που πιστά υπηρέτησεσε ολόκληρη τη ζωή του: τη λευτεριά και τον αγώνα για τη λευτεριά, την κρητική ματιά, τη σύνθεση των αντίμαχων ορμών και πόλων, την ατομική και συλλογική ευθύνη, τη ράτσαμα και ολόκληρη την ανθρωπότητα,τον ελληνισμόκαι τον κοσμοπολιτισμό και,κυρίως,τη μετουσίωση του αγώνα και του πόνου του ανθρώπου σε ποίηση. Γιατί ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πρωτίστως ένας ποιητής, ένας Όμηρος των νεοελληνικών χρόνων, που τραγούδησε τιςηρωικές πράξειςκαι τα πάθηόχι μόνο της Κρήτης αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Πηγές - Αναφορές 

4 Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική, Εκδόσεις Καζαντζάκη (Πάτροκλος Σταύρου) –Εκδόσεις Έθνος, Αθήνα, 2014, σελ.96.
5 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 112.
6 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 99.

7 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 112.
8 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 112.
9 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 114.
10 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 114.
11 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 114.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, 
Εκδόσεις Ελ. Καζαντζάκη, Αθήνα, 19653, σελ. 119.

12 Πρβ. Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 2014, σελ.52.

13 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 117.
14 Πρβ. Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 2014, σελ. 76.
15 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 118.
16 Νίκος Καζαντζάκης, ό.π., 19653, σελ. 125.